Σ΄ ένα κόσμο χωρίς μαγεία, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς θεό και μοναδική αλήθεια, σε ένα κόσμο χαώδη και κατακερματισμένο, πώς μπορεί η ιστορία να είναι ή να φαντάζει επική; Ούτε και να καμώνεται μπορεί. Στη νεότητά της η ιστορία υπήρξε επική. Τώρα όμως στην ωριμότητά της δεν μπορεί παρά να είναι ειρωνική, σαρκαστική, σχετικιστική, τραγική. Ίσως οι επικοί τρόποι να ξανακάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστοριογραφίας όταν φουσκώσουν και πάλι τα πανιά των οραματισμών και το ποτάμι της δικαιοσύνης κυλήσει ορμητικό, όταν οι άνθρωποι πιστέψουν στις δυνάμεις τους και εκφράσουν τη συλλογική σκέψη και δημιουργικότητά τους, όταν κατορθώσουν να λυτρωθούν από το άγος και το άχθος του παρελθόντος, όταν η ουτοπία αρχίσει να θαμποχαράζει.



«Η ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει. Μπορεί, επίσης, να είναι πολύ επικίνδυνη. Είναι περισσότερο σώφρον να αντιμετωπίζουμε την ιστορία όχι ως σωρό νεκρών φύλλων ή συλλογή σκονισμένων έργων τέχνης, αλλά ως μικρή λίμνη, μερικές φορές ευεργετική, συχνά θειούχο, που, χωμένη κάτω από το παρόν, διαμορφώνει σιωπηλά τους θεσμούς μας, τον τρόπο που σκεπτόμαστε, το τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει. Απευθυνόμαστε σε αυτήν [....] για επιβεβαίωση, για να πάρουμε μαθήματα και πληροφορίες. Η επιβεβαίωση, είτε πρόκειται για προσδιορισμό της ταυτότητας ομάδων, για αιτήματα ή για δικαίωση, σχεδόν πάντοτε προκύπτει από τη χρήση του παρελθόντος. [...] Το παρελθόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν για όλα τα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε στο παρόν. Κάνουμε κακή χρήση του όταν δημιουργούμε ψέματα για το παρελθόν ή γράφουμε την ιστορία με τρόπο που να παρουσιάζεται μόνο η δική μας άποψη».

Margaret Macmillan, Χρήση και κατάχρηση της ιστορίας, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα – Ψυχογιού, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012, 11 [πρώτη έκδοση στην αγγλική γλώσσα 2009]


«Σ’ έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες η ιστοριογραφία μπορεί να κινηθεί προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις». Georg Iggers.


«Προχωρήστε και να ξέρετε ότι σ’ ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι πλατιοί δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία». Σαλβαδόρ Αλιέντε.


Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Λόγος που εκφώνησε ο καθηγητής Γιώργος Κόκκινος κατά την τελετή αναγόρευσης του ιστορικού Γιάννη Γιαννόπουλου σε επίτιμο διδάκτορα του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου




Ρόδος 13 Δεκεμβρίου 2016


Ο Γιάννης Γιαννόπουλος είναι γνωστός και έγκριτος ιστορικός ο οποίος υπηρέτησε με ζήλο την ιστορική επιστήμη και γενικότερα την ιστορική παιδεία και μάθηση από μάχιμες θέσεις, αλλά και από θέσεις ευθύνης κατά κύριο λόγο στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: υπηρέτησε κατά σειρά ως φιλόλογος στην Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή Πειραιά, ως γυμνασιάρχης, λυκειάρχης, διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας και ως Γενικός Επιθεωρητής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, τερματίζοντας τη γόνιμη σταδιοδρομία του ως σχολικός σύμβουλος φιλολόγων. 

Έχει, παράλληλα, να επιδείξει μακρά και ευδόκιμη θητεία σε ερευνητικά ιδρύματα της χώρας και του εξωτερικού [Instituto Universitario Orientale di Napoli (1970-1972), Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας (1972), Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών] με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τη διδασκαλία του στο Φροντιστήριο Ιστορικών Επιστημών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών από το 1981 έως το 2004.
           

 Η θητεία του στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση μπορεί να υπήρξε βραχεία, αλλά τα αποτελέσματά της ήταν εξίσου ωφέλιμα με αυτά της θητείας του στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αξίζει να αναφερθεί η διδασκαλία του αρχικά στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κατά το χρονικό διάστημα 1998-1999 και στη συνέχεια στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο κατά τη διετία 1999-2000, η οποία μάλιστα συνοδεύτηκε και από έντονη συγγραφική δραστηριότητα για την παραγωγή συναφούς εκπαιδευτικού υλικού.
          

 Ο Γιάννης Γιαννόπουλος έχει συγγράψει σημαντικές μελέτες στα γνωστικά πεδία της οθωμανικής ιστορίας, της ιστορίας της βενετικής κυριαρχίας στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους, με αιχμή τις διεργασίες εθνικής αυτοσυνειδησίας των Ελλήνων και την Επανάσταση του 1821. Επίσης έχει συγγράψει αξιόλογες μονογραφίες για την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και για την τρικουπική περίοδο. Στα προαναφερθέντα πεδία συγκαταλέγεται, κατά τη γνώμη μου, στην ευάριθμη ομάδα των σκαπανέων, κυρίως σε σχέση με την κριτική προσπέλαση των πηγών –πρωτογενών και δευτερογενών- και με τον πολύπτυχο προβληματισμό που ανέπτυξε. Η αξιολογική μας κρίση πιστοποιείται τόσο από τη διδακτορική διατριβή και τη διατριβή επί υφηγεσία που εκπόνησε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, όταν ακόμα τα γνωστικά αυτά αντικείμενα δεν είχαν ούτε υψηλή ταξινόμηση ούτε ισχυρή περιχάραξη, όσο και από τις δημοσιεύσεις που ακολούθησαν στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, την οποία, ως γνωστόν, επιμελήθηκε ένας από τους σημαντικότερους έλληνες ιστορικούς, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Η αξιολογική μας κρίση μπορεί να υποστηριχθεί επίσης από το πλήθος των σχετικών συμβολών του Γιάννη Γιαννόπουλου (εντοπισμός και ανάδειξη ανέκδοτων αρχειακών τεκμηρίων, άρθρα, βιβλιοκρισίες, μονογραφίες) σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους από το 1968 μέχρι σήμερα. Αποκορύφωμα της δραστηριότητας του Γιάννη Γιαννόπουλου στα προαναφερθέντα ερευνητικά πεδία θεωρούνται η μονογραφία του Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης (2010), καθώς και το opus magnum του, που έχει τον τίτλο Τσιταντίνοι, οι snob της βενετικής περιφέρειας. Δοκίμιο εννοιολογικής και κοινωνικής ιστορίας (2011, 648 σελίδες). 

Πρόκειται για έργο περισσής επιστημονικής εμβρίθειας και γενναίου κριτικού στοχασμού, οι επιστημολογικές συντεταγμένες του οποίου τοποθετούνται στη διατομή ή στη σύζευξη, αν προτιμάτε, των πεδίων της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των εννοιών, κατά τον τρόπο που μας υπέδειξε ο Ράϊνχαρντ Κοζέλεκ. Έργο που έρχεται να αμφισβητήσει εδραιωμένες συμβάσεις της συναφούς βιβλιογραφίας και να διευρύνει τον ορίζοντα θέασης του ιστορικού παρελθόντος συμβάλλοντας στην αναβάθμιση των σπουδών για τη βενετική κυριαρχία στην Κρήτη και τα Ιόνια νησιά και φέρνοντας στη συζήτηση καινοτόμες, συχνά αναιρετικές, αλλά και οπωσδήποτε πολυδιάστατες και γόνιμες προσεγγίσεις. Οι προσεγγίσεις αυτές θα ήταν ανέφικτες χωρίς τη συνολική εποπτεία του πεδίου της πρώιμης νεότερης και της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας και χωρίς τη συγκριτική και ταυτόχρονα ευρυγώνια οπτική του συγγραφέα.    
             

Ο Γιάννης Γιαννόπουλος υπήρξε στρατιώτης της ιδέας της ολικής/δομικής ιστορίας. Γοητεύτηκε από το παράδειγμα του Φερνάν Μπρωντέλ. Είδε την ανασύνθεση του ιστορικού παρελθόντος μέσω της εξηγητικής μεταφοράς των ομόκεντρων κύκλων που συνδέουν το τοπικό και το εθνικό με το βαλκανικό, το μεσογειακό και το παγκόσμιο, αλλά και μέσω της αλληλοδιαπλοκής των τριών χρονικοτήτων (μακρά, μέση, βραχεία) και της συνύπαρξης χρονικά ασύμβατων φαινομένων σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, τόσο στο επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων όσο και στο πολιτισμικό επίπεδο. Παρέμεινε πιστός στις επάλξεις του νεωτερικού ολιστικού παραδείγματος, μολονότι ποτέ δεν σταμάτησε να ενημερώνεται για τις επιστημολογικές και ιστοριογραφικές εξελίξεις στο διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον. Σε κάθε περίπτωση, είτε αναπροσάρμοζε τα θεωρητικά του εργαλεία και αναδιέτασσε την ερευνητική του στρατηγική είτε επιχειρούσε να ανασκευάσει εκδοχές του μεταμοντέρνου παραδείγματος, οι οποίες, όπως έκρινε, έθεταν σε κίνδυνο το οικοδόμημα του επιστημονικού ιστορικού λόγου. Παράλληλα, την πολεμική του εναντίον του στείρου θετικισμού και της γεγονοτολογίας χωρίς θεωρητικό έρμα, όπως και εναντίον της ποικιλώνυμης ιδεολογικής εργαλειοποίησης του ιστορικού λόγου, δεν την σταμάτησε ποτέ.
            

 Ο Γιάννης Γιαννόπουλος πιστεύει ότι η ιστορική μάθηση είναι συλλογικό αγαθό: μας αφορά όλους. Η ιστορική παιδεία προκύπτει μεν από αποκλίνουσες βιωματικές εμπειρίες, αντικρουόμενα συμφέροντα, συγκρουσιακές νοηματοδοτήσεις και κοινωνική διαβούλευση, αλλά κύριος δίαυλος παραγωγής της ιστορικής κουλτούρας και της ιστορικής αυτογνωσίας, του γνωστικού, συναισθηματικού και ηθικού κεφαλαίου που αφορά το παρελθόν, οφείλει να είναι η ιστορική επιστήμη. Στο πνεύμα αυτό υπήρξε πρωτοπόρος της Διδακτικής της Ιστορίας στην Ελλάδα συμβάλλοντας καθοριστικά στη συγκρότηση του διεπιστημονικού της χαρακτήρα και υπερασπίζοντας την οργανική σύζευξή της με τη μητέρα-επιστήμη, την ιστορία, τη θεωρία και την επιστημολογία της, αλλά και με την ιστορία της ιστοριογραφίας της. Απέσπασε τη διδασκαλία και τη μάθηση της ιστορίας από τον μηχανιστικό παιδαγωγισμό, υπεράσπισε την επιστημονικοποίηση του αντικειμένου και την οργανική σύνδεση της ιστορικής εκπαίδευσης με τον ιστοριογραφικό κανόνα, αντιστρατεύτηκε την ιδεολογική κατήχηση και τον ιστορικό φρονηματισμό, υπερθεμάτισε για τη χρησιμότητα της συσχέτισης της σχολικής ιστορίας με τις κοινωνικές σπουδές, αποκρούοντας, εντούτοις, σθεναρά τόσο την ιδέα του εκατέρωθεν επιστημονικού ιμπεριαλισμού όσο και αυτή της αφομοίωσης σε διεπιστημονικά μάγματα. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είχε την αφέλεια του ζηλωτή ώστε να παραγνωρίσει τη δομική σχέση που από την ίδια τη σύστασή του και τον κοινωνικοπολιτικό του ρόλο έχει το μάθημα της ιστορίας με τις ιδεολογικές λειτουργίες για τη συγκρότηση ταυτότητας και τη δημοκρατική κοινωνικοποίηση των μελλοντικών πολιτών. Ειδικότερα, συνέδεσε τη διδακτική μεθοδολογία με τον επιστημολογικό προβληματισμό της Σχολής των Annales και το ιδεώδες της ολικής-σφαιρικής και πολυδιάστατης προσέγγισης του παρελθόντος. 

Αντιπαρατάχθηκε με συνέπεια στο θετικιστικό-γεγονοτολογικό-εθνοκεντρικό-ηρωολατρικό παράδειγμα. Ασπάστηκε την ιδέα του Jerome Bruner αναφορικά με τη δυνατότητα διδασκαλίας του μαθήματος από τα πρώτα ήδη στάδια της σχολικής φοίτησης του παιδιού, αντίθετα με ό,τι πρέσβευε η σχολή του Jean Piaget, και πρόβαλε τα ζητήματα της συγκρότησης ιστορικής σκέψης και συνείδησης στο πλαίσιο μιας πολυεπίπεδης ιστορικής κουλτούρας. Περνώντας από τον θεωρητικό προβληματισμό στην εκπαιδευτική πράξη, ως φορέας μιας μορφής θεωρητικής πρακτικής που αναστοχαζόταν συνεχώς για τις προϋποθέσεις και τα όριά της, ο Γιάννης Γιαννόπουλος συνέδεσε το όνομά του για μακρό χρονικό διάστημα με θεσμούς συστηματικής επιστημονικής επιμόρφωσης των φιλολόγων στο μάθημα της ιστορίας (ΣΕΛΜΕ, ΠΕΚ Αθήνας και Δυτικής Αττικής), όπως επίσης με τη συγγραφή καινοτόμων σχολικών εγχειριδίων ιστορίας που όμως αποσύρθηκαν ακριβώς λόγω της καινοτομίας τους και της συμπόρευσής τους με τις διεθνείς προδιαγραφές (αναφέρομαι συγκεκριμένα στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου Εισαγωγή στις ιστορικές σπουδές). Στο πεδίο της ιστορικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα εμβληματικό θεωρείται το βιβλίο του Δοκίμια Θεωρίας και Διδακτικής της Ιστορίας (1997).
             

Ο Γ. Γιαννόπουλος είναι, τέλος, γνωστός και για την συμμετοχή του στην οργάνωση των πρωτοποριακών για την εποχή τους εκπαιδευτικών προγραμμάτων της Βουλής των Ελλήνων από την θέση του επιστημονικού υπεύθυνου και του συντονιστή, που είχαν ως πεδίο αναφοράς τις επετειακές εκθέσεις και τις εκδόσεις της από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έως τα μέσα της επόμενης δεκαετίας (1994-2006). Μάλιστα υπήρξε ο συγγραφέας του τόμου για την ιστορία της Δωδεκανήσου από τους προϊστορικούς χρόνους έως τις μέρες μας (Σύντομη Ιστορία της Δωδεκανήσου), που εκδόθηκε από την Βουλή των Ελλήνων το 1997 στο πλαίσιο του εορτασμού της επετείου των πενήντα χρόνων από την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στον κορμό του ελληνικού κράτους. Μελέτη που συμπληρώθηκε στη συνέχεια από το σημαντικότατο άρθρο του «Δωδεκάνησος, η γένεση ενός ονόματος και η αντιμετώπισή του από τους Ιταλούς», η οποία δημοσιεύτηκε στο έγκριτο ιστορικό περιοδικό Εώα και Εσπέρια, τ. 6 (2004-2006), 275-296, συμβάλλοντας αφενός στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος των ιστορικών για την ιστορία και τον πολιτισμό του δωδεκανησιακού συμπλέγματος (από κοινού με τους Παπαχριστοδούλου, Α. Τσοπανάκη, Ζ. Τσιρπανλή, Μ. Ευθυμίου, Κ. Μηνά, Π. Σαβοριανάκη, Κ. Τσαλαχούρη, Μ. Γεωργαλίδου και ευάριθμους άλλους δωδεκανήσιους λογίους) και αφετέρου στην ίδια την ιστορική αυτογνωσία της δωδεκανησιακής κοινωνίας. Παρεμφερείς λειτουργίες εξυπηρέτησαν και οι μονογραφίες του για την Επανάσταση του 1843, την επέτειο των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Χαριλάου Τρικούπη και τη συμπλήρωση ογδόντα χρόνων από την ενσωμάτωση της Θράκης στην ελληνική επικράτεια.
             

Για τους προαναφερθέντες λόγους, δηλαδή για το καθαρά επιστημονικό του έργο, τόσο το πραγματολογικό όσο και το θεωρητικό-γνωσιολογικό, όπως επίσης ιδιαίτερα για την πρωτοποριακή συμβολή του στη συγκρότηση και επιστημονικοποίηση του πεδίου της Διδακτικής της Ιστορίας στην Ελλάδα και βεβαίως για τις έρευνές του αναφορικά με την τοπική ιστορία και ειδικότερα με τον δωδεκανησιακό Ελληνισμό, κρίνουμε ότι περιποιεί τιμή στον ίδιο, αλλά συγχρόνως και στο ακριτικό μας Πανεπιστήμιο και Τμήμα να αναγορευτεί ο Γιάννης Γιαννόπουλος επίτιμος διδάκτωρ του σε αναγνώριση της πλούσιας προσφοράς του στην ιστορική επιστήμη, την εκπαίδευση, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την ελληνική κοινωνία. Και μάλιστα σε μια περίοδο που οι ακμαίες βιολογικές και διανοητικές του δυνάμεις, ευτυχώς ευδιάκριτες ακόμα, η χαρά της ζωής, της δημιουργίας και της αναμέτρησης για την αλήθεια, είναι χρησιμότατες στην εκπαίδευση των φοιτητών μας και στην επαγγελματική συγκρότηση των εκπαιδευτικών της Ρόδου.
             

Συσχετισμοί δύναμης, πελατειακές σκοπιμότητες και ιδεοληψίες άλλης ιστορικής συγκυρίας δεν επέτρεψαν στον τιμώμενο να ενταχθεί οργανικά και να μακροημερεύσει στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα παρά τα υψηλά επιστημονικά του προσόντα, την ηθική του ακεραιότητα, το δημοκρατικό του ήθος, τη μετριοπάθεια, το επικοινωνιακό του χάρισμα, την ευγένεια, την καλλιέπεια και το πνευματώδες του χιούμορ, τον έρωτά του για την έρευνα και τη διδασκαλία, την αγάπη του για τη σκεπτόμενη νεολαία. Του δόθηκε όμως η μεγάλη χάρη, όπως θα έλεγε ο ποιητής, να εμπνεύσει γενεές μαθητών και εκπαιδευτικών, από τον κύκλο των οποίων αναδείχθηκαν αρκετοί που συνεχίζουν το έργο του για το καλό της ελληνικής παιδείας και ειδικότερα για τη διάπλαση νέων με κοσμοπολιτική ιστορική συνείδηση, δημοκρατική αρετή, κοινωνική και περιβαλλοντική ευαισθησία, αίσθημα δικαίου, πίστη στην σταθμισμένη καινοτομία και την κριτική σκέψη. Η ρίζα, το δέντρο και ο καρπός, ταυτόχρονα, των προσπαθειών του Γιάννη Γιαννόπουλου σε όλο του τον βίο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο μαχόμενος ανθρωπισμός κι ο οραματισμός μιας κοινωνίας ελεύθερων, ίσων, ενήμερων, υπεύθυνων και χαρούμενων πολιτών. Μια πεισματάρα ιστορική αισιοδοξία βρίσκεται στο κέντρο της βιοθεωρίας του, την οποία η ειρωνεία και ο κριτικός του αυτοσαρκασμός, όπλα δαιμονικά για κάθε εξουσία, την κάνουν να φαντάζει όχι ως κατάλοιπο ενός αργοπορημένου και ανιστορικού Διαφωτισμού, αλλά, απεναντίας, σαν οπλισμένη σοφία.
            

Γιάννη Γιαννόπουλε, φωτισμένε μας δάσκαλε και συνάδελφέ μας αγαπημένε, η προσφορά σου είναι πολύτιμη και η ευγνωμοσύνη μας στο πρόσωπό σου μεγάλη.  


Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Βιβλιοπαρουσίαση: "Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ"


Οι εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν την Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016 στην παρουσίαση του βιβλίου της Έλενας Χουζούρη Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ. 

Η παρουσίαση θα γίνει στον Πολυχώρο της Μουσικής Βιβλιοθήκης του συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ώρα 19:00 

Θα μιλήσουν:



  • Γιώργος Κόκκινος, καθηγητής Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
  • Παύλος Τζίμας, δημοσιογράφος.
  • Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, κριτικός λογοτεχνίας.



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Νέα παρουσίαση: Γενοκτονίες: Η ταλάντευση ανάμεσα στην Θέμιδα και την Κλειώ


Γενοκτονίες: Η ταλάντευση ανάμεσα στην Θέμιδα και την Κλειώ και τα διακυβεύματα της συγκριτικής προσέγγισης

του Γιώργου Κόκκινου


Δείτε την παρουσίαση εδώ



Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Μια ενδιαφέρουσα ταινία


Η ταινία της Σοφίας Αντωνακάκη με τίτλο: The cave of everything για τη σπηλιά-νοσοκομείο του 


Μουσείο Ανοιχτότητας Πειραματικό Εικαστικό Εργαστήριο στο λιμναίο τοπίο Πρεσπών Πρώην Δημοτικό σχολείο Ψαράδων Πρέσπα .

Με αφορμή την επίσκεψη και μελέτη στο ιστορικό μνημείο της σπηλιάς Κόκκαλη Βροντερού Πρεσπών δημιουργήθηκαν εικαστικά έργα καλλιτεχνών, στον καλλιτεχνικό σταθμό των Ψαράδων, τα οποία θα εκτεθούν στο εγκαταλειμμένο Δημοτικό Σχολείο των Ψαράδων Πρεσπών το Σάββατο 6-8-2016 και ώρα 19 00.Η μεταϊστορία θα φανερωθεί μέσα από τα έργα Ελλήνων και Άγγλων καλλιτεχνών και αποτελεί συνεργασία της Σχολής Καλών Τεχνών Φλώρινας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, του 3ου και 5ου εργαστηρίου του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Ανατολικού Λονδίνου και συγκεκριμένα της ομάδας Directional Forces Residency 2016, υπογραμμίζοντας έτσι το ιστορικό γίγνεσθαι ως την απόλυτη δυσμορφία της μνήμης μέσα στον ίδιο τον πολιτισμό της αφήγησης και της ανάμνησης.




Δείτε την εδώ

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Adolfo Kaminsky: A forger's life


PARIS — It’s 1944, in occupied Paris. Four friends spend their days in a narrow room atop a Left Bank apartment building. The neighbors think they’re painters — a cover story to explain the chemical smell. In fact, the friends are members of a Jewish resistance cell. They’re operating a clandestine laboratory to make false passports for children and families about to be deported to concentration camps. The youngest member of the group, the lab’s technical director, is practically a child himself: Adolfo Kaminsky, age 18.

If you’re doubting whether you’ve done enough with your life, don’t compare yourself to Mr. Kaminsky. By his 19th birthday, he had helped save the lives of thousands of people by making false documents to get them into hiding or out of the country. He went on to forge papers for people in practically every major conflict of the mid-20th century.
Now 91, Mr. Kaminsky is a small man with a long white beard and tweed jacket, who shuffles around his neighborhood with a cane. He lives in a modest apartment for people with low incomes, not far from his former laboratory.

When I followed him around with a film crew one day, neighbors kept asking me who he was. I told them he was a hero of World War II, though his story goes on long after that. It remains painfully relevant today, when children are being bombed in Syria or boarding shabby boats to escape by sea.
Like most Westerners, I usually ignore their suffering, and assume that someone else will step in to help. But Mr. Kaminsky — a poor, hunted teenager — stepped in himself, during the war and then for many different causes afterward. Why did he do it?

It wasn’t for the glory. He worked in secret and only spoke about it years later. His daughter Sarah learned her father’s whole story only while writing a book about him, “Adolfo Kaminsky: A Forger’s Life.” The English translation comes out this week.

It wasn’t for the money, either. Mr. Kaminsky says he never accepted payment for forgeries, so that he could keep his motives clear and work only for causes he believed in. He was perpetually broke, and scraped together a living as a commercial photographer, he said. The wartime work put such a strain on his vision that he eventually went blind in one eye.

Though he was a skilled forger — creating passports from scratch and improvising a device to make them look older — there was little joy in it. “The smallest error and you send someone to prison or death,” he told me. “It’s a great responsibility. It’s heavy. It’s not at all a pleasure.” Years later he’s still haunted by the work, explaining: “I think mostly of the people that I couldn’t save.”
Mr. Kaminsky empathized with refugees partly because he was one himself. He was born in Argentina to Russian Jews who’d first fled Russia to Paris, and then been kicked out of France. When Adolfo was 7, the family, by then with Argentine passports, was allowed to rejoin relatives in France. “It was then that I realized the significance of the word ‘papers,’ ” he explained.

After dropping out of school at 13 to help support his family, he was apprenticed to a clothes dyer, a precursor to the modern dry cleaner. He spent hours figuring out how to remove stains, then read chemistry textbooks and did experiments at home. “My boss was a chemical engineer, and would answer all of my questions,” he said. On weekends he helped a chemist at a local dairy, in exchange for butter.

In the summer of 1943, he and his family were arrested and sent to Drancy, the internment camp for Jews near Paris that was the last stop before the death camps. This time, their passports saved them. Argentina’s government protested the family’s detention, so they stayed at Drancy for three months, while thousands of others were swiftly sent on to die.

Mr. Kaminsky remembered a math professor who had agreed to tutor him in the camp. “One day, when it was time for our classes, he wasn’t there. He hadn’t wanted to tell me beforehand that his name was on the list.”

The Kaminskys were eventually freed, but they weren’t safe in Paris, where Jews were under constant threat of arrest. Soon Argentines were being deported, too.
To survive they would have to go underground. Adolfo’s father arranged to get false papers from a Jewish resistance group, and sent Adolfo to pick them up. When the agent told Adolfo that they were struggling to erase a certain blue ink from the documents, he advised using lactic acid, a trick he’d learned at the dairy. It worked, and he was invited to join the resistance.
Mr. Kaminsky’s cell was one of many. His would get tips on who was about to be arrested, then warn the families, assembling new papers for them on the spot.

The group focused on the most urgent cases: children who were about to be sent to Drancy. They placed the kids in rural homes or convents, or smuggled them into Switzerland or Spain. In one scene from the book, Mr. Kaminsky stays awake for two nights straight to fill an enormous rush order. “It’s a simple calculation: In one hour I can make 30 blank documents; if I sleep for an hour, 30 people will die.”

Historians estimate that France’s Jewish resistance networks together saved 7,000 to 10,000 children. Some 11,400 children were deported and killed.
Photo
https://static01.nyt.com/images/2016/10/02/opinion/sunday/02druckerman/02druckerman-master180-v2.jpg
Adolfo Kaminsky in a darkroom in 2014. As a teenager in World War II, he forged passports for French Jews. Credit Raphael Zubler

After the war, Mr. Kaminsky didn’t plan to keep working as a forger. But through his wartime networks, other movements got in touch. He continued forging papers for 30 more years, playing a small role in conflicts ranging from the Algerian war of independence to the anti-apartheid struggle in South Africa to the Vietnam War, making documents for American draft dodgers. He estimates that in 1967 alone, he supplied forged papers to people in 15 countries.

I can’t vouch for every cause. Some of the rebel groups he supported used violence. And at close range, his stubborn idealism was no doubt maddening. He had two kids soon after World War II, but couldn’t tell them or his ex-wife about his underground work, so they didn’t know why he rarely visited. Girlfriends assumed he was absent because he’d been cheating. He was supposed to follow one woman to America, but never showed up, because he’d joined the Algerian resistance.
“I saved lives because I can’t deal with unnecessary deaths — I just can’t,” he told me. “All humans are equal, whatever their origins, their beliefs, their skin color,” he later added. “There are no superiors, no inferiors. That is not acceptable for me.”

In 1971, convinced that too many different groups knew his identity, and that he’d soon be caught and imprisoned, Mr. Kaminsky quit forging for good, and mostly made a living teaching photography. On a visit to Algiers he met a young law student, of Tuareg ancestry, who was the daughter of a liberal Algerian imam. They’re still married, and have three children.
The last time I saw Mr. Kaminsky, he showed me a photograph he took just after the liberation of Paris. It shows about 30 children who’d come out of hiding, and were hoping to be reunited with their parents.

He knows there are children in similar peril today, and that having the wrong passport can still cost your life. “I did all I could when I could. Now, I can’t do anything,” he said. Surely, though, the rest of us can.

Pamela Druckerman is the author of “Bringing Up Bébé: One American Mother Discovers the Wisdom of French Parenting” and a contributing opinion writer.


Δείτε μέρος της συνέντευξής του 

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Η μαρτυρία του Franz Suchomel


Συνέντευξη του Claude Lanzmann το 1985 από τον Franz Suchomel που υπηρέτησε ως μέλος της φρουράς των SS στην Τρεμπλίνκα.


Δείτε την εδώ

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Εκπομπές με τον Γιώργο Κόκκινο






"Ο κινηματογράφος και τα κείμενα" 30-5-2015: Ακούστε την πρώτη εκπομπή εδώ

"Autofocus" 2-7-2016: Ακούστε τη δεύτερη εκπομπή εδώ

Ο εβραίος γείτονας του Χίτλερ


Ζώντας στο απέναντι διαμέρισμα από τον Χίτλερ στη Γερμανία του ‘30

Άρθρο της Μυρσίνης Λιοναράκη


Διαβάστε το άρθρο εδώ

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Αναγόρευση του Αργύρη Σφουντούρη σε επίτιμο διδάκτορα του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου



Ομιλία του Γιώργου Κόκκινου κατά την τελετή αναγόρευσης του Αργύρη Σφουντούρη σε επίτιμο διδάκτορα του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Ρόδος, 22 Ιουνίου 2016)


Η επίσημη στρατηγική μνήμης της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι άλλη, όπως άλλωστε θα αναμενόταν, από την υπέρβαση του διχαστικού, επίμαχου και τραυματικού παρελθόντος των δυο παγκόσμιων πολέμων. Συνοψίζεται εμβληματικά στην φράση-σλόγκαν «Ποτέ πια πόλεμος!».

Πρόκειται για ένα πολιτικό όραμα καταδίκης των πολέμων στην ευρωπαϊκή ήπειρο, που πλέον εκλαμβάνονται ως διαδοχικές φάσεις ενός ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει -τηρουμένων των αναλογιών- μια διαδικασία οιονεί εθνογένεσης εκ των άνω, με μακρές όμως πολιτισμικές ρίζες. Προβάλλει τις προσδοκίες της στο κάτοπτρο του παρελθόντος και θύει στον βωμό της καντιανής «αιώνιας ειρήνης». Οι παλιοί εθνικοί αντίπαλοι αντιμετωπίζονται πλέον σαν ομογάλακτοι αδελφοί.

Παράλληλα, πρόκειται για ένα συναφές πολιτικό όραμα καταδίκης των ολοκληρωτισμών, τα δεινά των οποίων συμψηφίζονται άκριτα με σκοπό την εξίσωση των πολιτικών καθεστώτων και ιδεολογιών και με γνώμονα την από κοινού ηθική τους καταδίκη στη σύγχρονη ιστορική συνείδηση.

Η προδήλως ηθικολογική και ανιστορική επίσημη μνήμη που κατασκευάζεται από αυτό το «ιδιότυπο εργαστήριο ιστορίας» -γιατί κάθε μνήμη είναι κατασκευή, λιγότερο ή περισσότερο πιστή προς την ιστορική πραγματικότητα- έχει ήδη διαποτίσει τη συντακτική λογική του νέου υπό διαμόρφωση Μουσείου της Ευρώπης τείνοντας εκ των πραγμάτων -σε επίπεδο πολιτικού σχεδιασμού τουλάχιστον- να καταστεί δομικό συστατικό της ταυτότητας των λαών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο λεγόμενος «χιτλεροκεντρισμός» κυρίως, δηλαδή η ηθικολογική εμμονή στα ναζιστικά μαζικά εγκλήματα, η απαξίωση των ιδεών της «εφαρμοσμένης βιολογίας» και του «ζωτικού χώρου», γίνεται βαθμιαία η «οντολογική πυξίδα» του σύγχρονου Ευρωπαίου πολίτη σηματοδοτώντας το «απόλυτο κακό».  Ωστόσο, παρά τους ευσεβείς πόθους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κα του Συμβουλίου της Ευρώπης και παρά τις γενναίες αλλά σποραδικές πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί από την ίδια τη Γερμανία, τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών όσο και του κράτους, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη η κάθαρση από το άγος του ναζιστικού παρελθόντος. Όπως μάλιστα έχουν δείξει παραστατικά ο Χάγκεν Φλάισερ, η Άννα-Μαρία Δρουμπούκη και ο υποφαινόμενος σε βιβλία τους, οι σκελετοί και οι σκιές του εθνικοσοσιαλισμού και του δωσιλογισμού μπορεί να είναι κρυμμένοι, αλλά παρόλα αυτά ζουν μια «δεύτερη ζωή», στοιχειώνοντας τον «ακηλίδωτο» δημοκρατικό μας βίο σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ευρωπαϊκής πατρίδας.

Σε αυτό το πλαίσιο, όπου οι μνημονικοί πόλεμοι πολλαπλασιάζονται, μια μορφή απώθησης του πρόσφατου τραυματικού παρελθόντος αποκτά ισχυρά ερείσματα. Πολλοί βλέπουν στο παρελθόν μόνο καταστροφές, γενοκτονίες, εφιάλτες, την ίδια τη δυστοπία στην πιο φρικτή μορφή της. Τρέφουν, ταυτόχρονα, την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η λήθη είναι το μοναδικό φάρμακο και, στον αντίποδα, η μνήμη, ιδίως η τραυματική, δηλητήριο, φαρμάκι. Μας καλούν σαν τον Νίτσε να ξεχάσουμε για να ζήσουμε! Η δυναμική αυτής της απώθησης στο δημόσιο λόγο, ειδικά στη Δυτική Ευρώπη, γίνεται έντονη μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την εσπευσμένη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς ανατολάς. Από την άλλη πλευρά, τα σημαντικά αυτά ιστορικά γεγονότα διευκόλυναν αφάνταστα κράτη, όπως πρωτίστως η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Σλοβακία και η Πολωνία (αλλά όχι μόνο), να εδραιώσουν τον βολικό μύθο των αθώων θυμάτων και ειδικότερα το ιδεολόγημα της διπλής θυματοποίησης ώστε να απαλλαγούν από την ενοχή και την ευθύνη για τη συμμετοχή τους -θεσμική ή όχι- στα ναζιστικά εγκλήματα, στα πογκρόμ εναντίον του εβραϊκού στοιχείου του πληθυσμού τους και, κατά περίπτωση βεβαίως, στην βιομηχανοποιημένη γενοκτονία (1941-1945).

Στο θέατρο των πολέμων της μνήμης οι αντινομίες και οι συγκρούσεις -είτε σε διεθνές και διακρατικό είτε σε ενδοκρατικό επίπεδο- περισσεύουν. Επειδή η Γερμανία αποτελεί εκ των πραγμάτων ενδεικτική περίπτωση, αξίζει να επισημανθεί ότι δίπλα στην κατευναστική και συμφιλιωτική δράση της οργάνωσης «Ενάντια στη Λήθη – Για την Υπεράσπιση της Δημοκρατίας» (Gegen Vergessen – Für Demokratie) ανθεί και ενδυναμώνεται η αναθεωρητική στρατηγική και η διάβρωση του πολιτικού προσωπικού από ομάδες πίεσης, όπως οι Σύνδεσμοι των Γερμανών, οι οποίοι εκδιώχθηκαν μεταπολεμικά από την Πολωνία και την πρώην Τσεχοσλοβακία. Οι Σύνδεσμοι αυτοί διεκδικούν την αναγωγή του διωγμού τους από τις πατρογονικές τους εστίες στο μνημονικό και νομικό καθεστώς της εθνοκάθαρσης, παρασιωπώντας τα ιστορικά συμφραζόμενα που κατέστησαν αναγκαίο κακό την τραυματική μετανάστευση 11.000.000 ατόμων γερμανικής καταγωγής από την ανατολική Ευρώπη.

Γενικότερα, αξίζει αναφοράς το γεγονός ότι η υπεροχή της νομικής οδού, σε συνδυασμό με τη λειτουργία της τραυματικής μνήμης για τη συγκρότηση πολιτικών ταυτότητας, αποτελούν ειδοποιά γνωρίσματα του νέου τρόπου νοηματοδότησης της ιστορικής μνήμης στον μετανεωτερικό κόσμο.
Όλα όσα προαναφέρθηκαν συμβαίνουν στους κόλπους ενός υπερεθνικού θεσμικού οικοδομήματος, οι πολιτικοί ταγοί και οι θεσμικοί κλειδοκράτορες του οποίου είτε νίπτουν τας χείρας τους ως Πόντιοι Πιλάτοι για τις χαίνουσες ακόμα πληγές της Ιστορίας είτε χαράζουν καιροσκοπικές διαδρομές στα δύσβατα τοπία της είτε αρκούνται στην επίκληση της μαγικής και δήθεν άσηπτης λέξης «συμφιλίωση» χρηματοδοτώντας προγράμματα που παραμένουν ως εκ θαύματος στον αφρό των κυμάτων!

Ενάντια στις τρεις αυτές εναλλακτικές προοπτικές αγωνίζεται ο τιμώμενος Αργύρης Σφουντούρης. Ο ακτιβισμός του δεν εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες, δεν κραδαίνει σημαίες ευκαιρίας ούτε εργαλειοποιεί το δικό του τραυματικό βίωμα. Αντίθετα, διαπνέεται από την ηθική φιλοσοφία και από τα ιδεώδη του ριζοσπαστικού ανθρωπισμού. Η ιδιομορφία του έγκειται ακριβώς στην πίστη ότι υπάρχει ακατάλυτος δεσμός μεταξύ ιστορικής αλήθειας και ιστορικής δικαιοσύνης. Η καταγραφή της ιστορικής πραγματικότητας πρέπει να οδηγεί απαραίτητα, κατά τη γνώμη του Σφουντούρη, στη μεταμέλεια των θυτών και στην επώδυνη αναγνώριση της ατομικής ενοχής και της συλλογικής ευθύνης, για να θυμηθούμε και τον Karl Jaspers. Χωρίς τις διεργασίες αυτές καθίσταται μάταιο κάθε αίτημα αυτογνωσίας, εξιλασμού και συμφιλίωσης. Και ίσως -το χειρότερο- η ευρωπαϊκή πατρίδα κατακερματίζεται σε ένα σύνολο από αυτοαναφορικές, περίκλειστες, φοβικές και, ταυτόχρονα, ανταγωνιστικές κυψέλες. 

Ο Αργύρης Σφουντούρης, ο ερευνητής, ο ακτιβιστής, ο εκπαιδευτικός, ο συγγραφέας, ο Έλληνας διανοούμενος που έχει να παρουσιάσει τα γνωρίσματα ενός σύγχρονου homo universalis, δεδομένου ότι θεωρεί αναγκαία την πρόσβαση σε όλο το φάσμα της γνώσης γεφυρώνοντας τις θετικές επιστήμες με τις ανθρωπιστικές και τις κοινωνικές και καλλιεργώντας το γνωστικό ιδεώδες της σφαιρικότητας και της πολυπρισματικότητας, γεννήθηκε στο Δίστομο στις 6 Σεπτεμβρίου 1940. Έγινε ευρύτερα γνωστός στο ελληνικό και ευρωπαϊκό κοινό από το ντοκιμαντέρ του Ελβετού σκηνοθέτη Stefan Haupt «Ένα τραγούδι για τον Αργύρη» (2006), το οποίο βραβεύτηκε στην Θεσσαλονίκη και στο Los Angeles με το «βραβείο κοινού» παρουσιάζοντας με εμβληματικό τρόπο την ιστορικά φορτισμένη ζωή και τον πολύχρονο και δύσκολο αγώνα του Αργύρη Σφουντούρη για ιστορική δικαιοσύνη. Ειδικότερα, η ταινία του Haupt φώτισε μια επίμαχη πτυχή της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα βοηθώντας τόσο την ελληνική όσο και τη γερμανική και γενικότερα τη διεθνή κοινή γνώμη να κατανοήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των ναζιστικών εγκλημάτων στη χώρα μας και πιέζοντας τη γερμανική κοινωνία και τη γερμανική πολιτική ηγεσία να αναλάβουν τις νομικές, ιστορικές και ηθικές τους ευθύνες για το τραυματικό παρελθόν, επειδή, όπως είναι πεπεισμένος ο Αργύρης Σφουντούρης, οι δείκτες «του ηθικού ρολογιού» του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι εξακολουθητικά καθηλωμένοι στην περίοδο 1939-1945.

Στη σφαγή της 10ης Ιουνίου 1944 ο Αργύρης Σφουντούρης έχασε τους γονείς του και το σπίτι του. Ο ίδιος, μαζί με τις τρεις αδελφές του, επέζησε τυχαία ή μάλλον από την καλή πρόθεση ενός Γερμανού στρατιώτη. Από το Ζάννειο ορφανοτροφείο όπου παρέμεινε από το 1946 έως το 1949, εστάλη το 1949 στην Ελβετία και συγκεκριμένα στο Ίδρυμα Pestalozzi. Η Ελβετία στάθηκε γι’ αυτόν η στοργική θετή πατρίδα. Σώζοντας τον Αργύρη, και άλλα παιδιά στην ίδια τραγική κατάσταση, η Ελβετία ξεπλήρωσε ένα μικρό μέρος του τιμήματος που πρέπει να καταβάλει για τη χρησιμοθηρική «ουδετερότητά» της στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, ο Α. Σφουντούρης φοίτησε στο Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Ζυρίχης (ΕΤΗ) επικεντρώνοντας το επιστημονικό του ενδιαφέρον στα γνωστικά πεδία της Πυρηνικής Φυσικής, των Μαθηματικών, της Αστρονομίας και της Αστροφυσικής, όπως επίσης της Φιλοσοφίας, της Παιδαγωγικής και της Ειδικής Διδακτικής/Διδακτικής Μεθοδολογίας, επιστημονικά εχέγγυα που του έδωσαν τη δυνατότητα να εργαστεί ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Κατά το χρονικό διάστημα 1965-1970 συνέχισε τις σπουδές του στο ίδιο πανεπιστήμιο παρακολουθώντας τώρα τις εξελίξεις στα πεδία της οικονομίας και των κοινωνικών επιστημών. Στο ίδιο πανεπιστήμιο πραγματοποίησε και τις μεταπτυχιακές του σπουδές που αφορούσαν πλέον την επιστημονική εξειδίκευση αναφορικά με τα προβλήματα των αναπτυσσόμενων χωρών και του Τρίτου Κόσμου. Μεταξύ των ετών 1973 και 1980 εργάστηκε ως λέκτορας Αστρονομίας, Αστροφυσικής και Ιστορίας των Επιστημών στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, ενώ, παράλληλα, συμμετείχε στις ανθρωπιστικές δράσεις που οργάνωνε το Ελβετικό Σώμα Παροχής Βοήθειας σε περιπτώσεις καταστροφών. Αμέσως μετά και εξοπλισμένος από τις γνώσεις που είχε αποκτήσει κατά τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές του σπουδές, ο Αργύρης Σφουντούρης συνέχισε την ανθρωπιστική ακτιβιστική του δραστηριότητα, κατ’ αρχάς στη Σομαλία το 1981 στο πλαίσιο του έργου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και ειδικότερα της Επιτροπής για τους Πρόσφυγες (UNHCR), στη συνέχεια το 1982 στο Νεπάλ και, τέλος, στην Ινδονησία από το 1985 έως το 1989, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων που δεν απέβλεπαν μόνο στην αντιμετώπιση δεινών από φυσικές καταστροφές και πολεμικές συρράξεις ή εμφύλιες συγκρούσεις, όπως επίσης στην πρόληψη των ανθρωπιστικών κρίσεων, αλλά και στην εκπαίδευση του πληθυσμού και τη δημιουργία αναπτυξιακών υποδομών και θεσμών, που θα μπορούσαν να συντελέσουν στην επούλωση ιστορικών τραυμάτων και στην κάλυψη βασικών αναγκών που είχαν προκύψει από φυσικές καταστροφές.

Στη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας στην Ελλάδα, ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση αντιστασιακών πυρήνων στον κεντροευρωπαϊκό χώρο, στη συσπείρωση των Ελλήνων του γερμανόφωνου χώρου και στην ενημέρωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Συγκεκριμένα, διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου των Ελλήνων Φοιτητών της Ελβετίας, πρόεδρος του Ελβετο-Ελληνικού Συνδέσμου, αλλά και ιδρυτής, διευθυντής και αρθρογράφος του περιοδικού «Προπύλαια», πολλές σελίδες του οποίου αφιερώθηκαν στη μετάφραση κορυφαίων έργων της ελληνικής λογοτεχνίας στη γερμανική γλώσσα. Έργο στο οποίο πρωταγωνίστησε ο ίδιος ο Αργύρης Σφουντούρης. Ο αγώνας για ελευθερία και γλώσσα στάθηκε καθοριστικός στη ζωή του. Ο Σφουντούρης υπήρξε συνδετικός κρίκος στην πολιτισμική επικοινωνία μεταξύ της Ελλάδας και του γερμανόφωνου δημοκρατικού κόσμου.

Κατά το χρονικό διάστημα 1979-1985, ενεργοποιήθηκε στο πλαίσιο της Επιτροπής για την υποβοήθηση της σχολικής ενσωμάτωσης μεταναστών δεύτερης γενιάς που είχε συσταθεί στη Ζυρίχη, δραστηριότητα την οποία συνέχισε έως το 1991 ως μέλος πλέον της Συμβουλευτικής Επιτροπής της πόλης για το πρόβλημα της μετανάστευσης και της κοινωνικής ένταξης των μεταναστών.
Μετά το 1994 ασχολήθηκε εντατικά με τις ελληνο-γερμανικές σχέσεις με σημείο αιχμής τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης στην Ελλάδα και τη Γερμανία, αλλά και την αναγνώριση και αποζημίωση για τα ναζιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα. Επιδίωξε την ισότιμη προσέγγιση που θα είναι θεμελιωμένη στην ιστορική αλήθεια και θα στρώσει τον δρόμο για την ιστορική αυτογνωσία, την υπέρβαση των αρνητικών στερεοτύπων και της εχθροπάθειας, αλλά και για τη συμφιλίωση των δύο λαών. Η ιστορική αλήθεια είναι για τον Αργύρη Σφουντούρη προϋπόθεση της ιστορικής δικαιοσύνης.

Ο Α. Σφουντούρης έχει να επιδείξει πολύπλευρο συγγραφικό έργο τόσο στην ελληνική όσο και στη γερμανική γλώσσα, στα πεδία της λογοτεχνίας (ποίησης και πεζογραφίας), του δοκιμίου, της παιδαγωγικής, της αστρονομίας και της αστροφυσικής, της μελέτης του Τρίτου Κόσμου, της θρησκειολογίας και της πολιτισμικής ανθρωπολογίας. Στο ελληνόγλωσσο συγγραφικό του έργο, που είναι επικεντρωμένο στην προβληματική αναφορικά με την τραυματική μνήμη, το ηθικό αίτημα της μεταμέλειας του θύτη, την οικονομική και συμβολική επανόρθωση ως μορφή ιστορικής δικαιοσύνης και βεβαίως τη συμφιλίωση των λαών και την ειρήνη, συγκαταλέγονται η ποιητική συλλογή Τα Διστομίτικα (1994), το βιβλίο Λογοκρισίες 166. «Αντι-βοιωτικές» ασκήσεις (2014) και κυρίως το συγκλονιστικό Πενθώ για τη Γερμανία. Το παράδειγμα του Διστόμου (2015), το οποίο προσφάτως εκδόθηκε και στη γερμανική γλώσσα. Βεβαίως δημοσίευσε επίσης πλήθος κειμένων σε ελληνικά και γερμανόφωνα περιοδικά, καθώς και βιβλία με αστρονομικά θέματα, αποσπάσματα από τα ημερολόγιά του και φωτογραφικά λευκώματα με φωτογραφίες από τα ταξίδια του στην Αφρική και την Ασία, όπου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εργάστηκε σε διεθνή προγράμματα αναπτυξιακής συνεργασίας κατά τη δεκαετία του 1980. Αξίζει να αναφερθεί ότι εκθέσεις φωτογραφιών του με θέμα το ανθρώπινο πρόσωπο, τη φύση και τον έναστρο ουρανό οργανώθηκαν στο Winterthur, στη Ζυρίχη και στη Bandung της Ινδονησίας, εκεί όπου το 1955 γεννήθηκε, ως γνωστόν, το κίνημα των Αδεσμεύτων.

Ο Αργύρης Σφουντούρης έχει συγκροτήσει ένα πολυδιάστατο ιστορικό αρχείο, μέρος του οποίου ή και ολόκληρο έχει ο ίδιος εκδηλώσει την επιθυμία να δωρίσει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, εάν βεβαίως δημιουργηθούν οι αρμόζουσες αρχειακές δομές. Το αρχείο αυτό περιλαμβάνει:

α) Το αρχείο του περιοδικού «Προπύλαια», εκδόσεις, αλληλογραφία του Α. Σφουντούρη με σημαντικούς Έλληνες λογοτέχνες, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Νικηφόρος Βρεττάκος και ο Αντώνης Σαμαράκης, καθώς και πλούσιο υλικό από πρωτοβουλίες εναντίον της δικτατορίας των συνταγματαρχών, που προέρχεται από όλο τον κόσμο.

β) Το προσωπικό αρχείο του Α. Σφουντούρη , όπως και όλα τα εκδομένα και ανέκδοτα έργα του.

γ) Φωτογραφικό αρχείο που απαρτίζεται από φωτογραφίες για τη μεταπολεμική Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών, για τις αποστολές του στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπως επίσης φωτογραφίες που αφορούν τα ιδιαίτερα επιστημονικά ενδιαφέροντά του στο πεδίο της αστροφυσικής και της αστρονομίας.

δ) Το αρχειακό υλικό που αφορά τη δικαστική ιστορία της διεκδίκησης των γερμανικών αποζημιώσεων από το 1995 έως σήμερα, την οργάνωση και διεξαγωγή αλλά και τα αποτελέσματα των δύο συνεδρίων που οργανώθηκαν με δική του πρωτοβουλία στους Δελφούς το 1994 και το 1998, καθώς και το σύνολο των σχετικών πρωτοβουλιών ευαισθητοποίησης, ενημέρωσης και κοινωνικής κινητοποίησης που αναλήφθηκαν στη γερμανική επικράτεια από το 1996 έως το 2005.

Τέλος, ε) το αρχείο του ντοκιμαντέρ «Ένα τραγούδι για τον Αργύρη» (προετοιμασία, αλληλογραφία, συμμετοχή σε φεστιβάλ, δεξίωση από το κοινό κ.ά.).

Αξίζει καταληκτικά να επισημανθεί ότι μεγάλο γνωστικό και ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ογκωδέστατη βιβλιοθήκη του Α. Σφουντούρη.


Σε μία ιστορική περίοδο κατά την οποία δοκιμάζονται οι οικουμενικές αξίες, καθώς αφενός μεν συναντούν το μένος των οπαδών κάθε είδους φονταμενταλισμού, μνησικακίας και ιδεολογικού φανατισμού, αφετέρου δε υπονομεύονται όλο και συχνότερα από τους ίδιους τους θεσμούς – διεθνείς, διακρατικούς, κρατικούς- που δημιουργήθηκαν ακριβώς για να τις προασπίζουν χωρίς επιλεκτικές εξαιρέσεις, ο Αργύρης Σφουντούρης αποτελεί το πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρωπιστή, το πρότυπο του μαχόμενου για τις ιδέες του ανθρώπου. Γι’ αυτόν, η σφαιρική, πολυπρισματική και απροκατάληπτη γνώση διαμορφώνει τους όρους μιας νέας πολιτικής ηθικής. Τα τρομερά δεινά της παιδικής του ηλικίας δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την ορμή του για την κατάκτηση της επιστημονικής γνώσης, τον ζήλο του για κοινωνική προσφορά, επιστημονική αναγνώριση και συγγραφική διάκριση, την πίστη του στο εκπαιδευτικό και επιμορφωτικό έργο.


Ο Αργύρης Σφουντούρης αγωνίζεται για την ιστορική δικαιοσύνη την οποία εκλαμβάνει ως προϋπόθεση της ειρήνης και της συνεργασίας των λαών. Με τον αγώνα του επιδιώκει πρωτίστως την αυτεπίγνωση των θυτών, που από ιδεολογική τύφλωση, φόβο, κομφορμισμό ή καταναγκασμό αδρανοποίησαν την ηθική και πολιτική τους συνείδηση και με τις αποτρόπαιες πράξεις τους επισώρευσαν τόσα δεινά στην ανθρωπότητα και την Ευρώπη στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Καίρια πτυχή αυτού του ηθικοπολιτικού αιτήματος της αυτεπίγνωσης, είναι η σθεναρή διεκδίκηση της έμπρακτης μεταμέλειας των θυτών, τόσο στο επίπεδο των ατόμων όσο και στο επίπεδο των κοινωνιών και των κρατών. Ο Σφουντούρης επιδιώκει όμως, παράλληλα, και την αυτεπίγνωση και την ιστορική και πολιτική εγρήγορση και των θυμάτων, με παραδειγματική περίπτωση την αυτό-οργάνωση των μαρτυρικών ελληνικών τόπων και ειδικότερα του Διστόμου. Στην κοινωνία του Διστόμου, με δική του κυρίως πρωτοβουλία, η αυτό-οργάνωση αυτή πήρε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τη μορφή της νομικής διεκδίκησης από την ενωμένη και κραταιά πλέον Γερμανία συμβολικών επανορθώσεων και οικονομικών αποζημιώσεων, με σκοπό την ιστορική δικαίωση των θυμάτων και την κάθαρση και τον εξιλασμό του ναζιστικού άγους.

Στην περίπτωση του Αργύρη Σφουντούρη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η διαχείριση της τραυματικής εμπειρίας και μνήμης, καθώς και η μετουσίωσή τους. Όπως ο Paul Celan, γόνος θυμάτων της βιομηχανοποιημένης γενοκτονίας, εκλέπτυνε με την ερμητική ποίησή του -σχεδόν στην εντέλεια- τη γλώσσα των θυτών, τη γερμανική γλώσσα, διαμορφώνοντας έναν απαράμιλλο ποιητικό κώδικα -σαν μια μορφή συμβολικής εκδίκησης και καθυπόταξης του ιστορικού Κακού- κατ’ ανάλογο τρόπο και ο Αργύρης Σφουντούρης ανήγαγε σε πρωταρχικό σκοπό της ζωής του την ενημέρωση του γερμανόφωνου κόσμου, με το έργο και τη δράση του, για τα αποτρόπαια ναζιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα, απαιτώντας ιστορική δικαιοσύνη και ιστορική αυτογνωσία.

Όμως η περίπτωση του Αργύρη Σφουντούρη είναι και για ένα ακόμα λόγο ξεχωριστή. Ενσαρκώνει με τον πιο κρυστάλλινο τρόπο την αναγκαιότητα της μετάβασης από την κυριολεκτική στην παραδειγματική μνήμη, όπως μας έμαθε ο Τσβετάν Τοντόρωφ. Ο Αργύρης Σφουντούρης δεν εγκλωβίστηκε, δηλαδή, στη δική του τραυματική εμεπιρία ζώντας μια κατάσταση διαρκούς μνησικακίας, μελαγχολίας και απουσίας νοήματος, όπως συχνά συμβαίνει με τα επιζώντα θύματα αποτρόπαιων γεγονότων ή με τους μάρτυρες δεινών. Αντιθέτως, ανέπτυξε ή συμμετείχε σε συστηματικές δράσεις σε όλο σχεδόν τον κόσμο για την αποτροπή τέτοιων ή παρόμοιων δεινών στο μέλλον ή για την πρόληψη ανθρωπιστικών κρίσεων. Αυτό τον χαρακτήρα είχε η μακρόχρονη ανθρωπιστική του δράση σε χώρες του Τρίτου Κόσμου όπου έλαβε μέρος σε προγράμματα βοήθειας, ενημέρωσης και εκπαίδευσης του πληθυσμού. Αυτό τον χαρακτήρα είχε η διοργάνωση του 1994 στους Δελφούς, στο συμβολικό αρχέτυπο του αρχαιοελληνικού και δυτικού πολιτισμού, πενήντα χρόνια μετά τη Σφαγή του Διστόμου, πρωτοποριακού διεθνούς συνεδρίου με θέμα «Μνήμη-Θρήνος-Ελπίδα», στο οποίο συμμετείχαν Έλληνες και Γερμανοί διανοητές, εμπειρογνώμονες και ακτιβιστές, για να συζητήσουν αναφορικά με τη σχέση τραυματικής μνήμης, ηθικής και Ιστορίας, το οποίο προκάλεσε την αντίδραση των τότε γερμανικών διπλωματικών αρχών, ακριβώς επειδή έσπαζε το βολικό φράγμα της ένοχης απώθησης και της αιδήμονος σιωπής. 

Αυτό τον χαρακτήρα είχε η συμβολή του στην κινητοποίηση μικρής αλλά εξαιρετικά ενεργητικής ομάδας γερμανών δικηγόρων του Αμβούργου, οι οποίοι υπεραμύνονται της αναψηλάφησης του ρόλου της Γερμανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο καταβάλλοντας συντονισμένες προσπάθειες για την ενημέρωση της γερμανικής κοινής γνώμης: ειδικότερα, στο θέμα της ηθικής αναγκαιότητας καταβολής αποζημιώσεων, που, κατά τη γνώμη τους, θα πιστοποιήσει de facto και de jure την αναγνώριση εκ μέρους του γερμανικού κράτους των ιστορικών ευθυνών του για τα αδιανόητα μαζικά εγκλήματα που διέπραξαν Γερμανοί. Αυτό τον χαρακτήρα έχει και η καθιερωμένη, πλέον, πρωτοβουλία του Αργύρη Σφουντούρη που αφορά την ετήσια συνάντηση μαθητών ελληνικής, ελληνογερμανικής ή γερμανικής καταγωγής στο Δίστομο και την Αθήνα με στόχο την έρευνα και την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τη Σφαγή του Διστόμου και τις ηθικοπολιτικές και νομικές διαστάσεις της, ώστε να διευκολύνεται η πολύπλευρη ιστορική κατανόηση και να αποτρέπεται η μνησικακία, η αδιαφορία, η απώθηση, η έλλειψη ιστορικής ενσυναίσθησης και η αναπαραγωγή προκαταλήψεων και στερεότυπων.

Αν ο ρόλος του Αργύρη Σφουντούρη στην ιστορική εξιχνίαση, στην αναγνώριση εκ μέρους της ενωμένης Γερμανίας και στον εξιλασμό των μαζικών ναζιστικών εγκλημάτων στην Ελλάδα είναι καίριος και αποφασιστικός, καθώς αντανακλά στην ιστορική αυτογνωσία των ευρωπαϊκών λαών και -εμμέσως πλην σαφώς- στη σφυρηλάτηση της ευρωπαϊκής ιδέας, ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης, δεν είναι διόλου αμελητέος και ο ρόλος του σε άλλα πεδία. Ενδεικτικά αξίζει να αναφερθεί η στράτευσή του στον αντιδικτατορικό αγώνα της ελληνικής διανόησης στον γερμανόφωνο χώρο, οι κατά καιρούς μεταφράσεις του έργων ελλήνων λογοτεχνών στη γερμανική γλώσσα (Καβάφης, Καζαντζάκης, Σικελιανός, Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος, Ελύτης, Σαμαράκης και Βασιλικός) και ιδιαιτέρως το ανθρωπιστικό έργο του στην Αφρική και την Ασία.

Αργύρη Σφουντούρη, αναγνωρίζουμε την πολύτιμη προσφορά σου και σε τιμούμε για τους αγώνες σου. Σε ευχαριστούμε ειδικότερα για τη συμβολή σου σε ερευνητικές δράσεις του Τμήματός μας. Η πιο σπουδαία από αυτές μέχρι στιγμής ήταν η διδακτορική διατριβή της Ζέτας Παπανδρέου, που ελπίζουμε σύντομα να γίνει βιβλίο με δικό σου πρόλογο. Σου υποσχόμαστε, με τη σειρά μας, ότι η σπορά σου θα καρπίσει. Καρπίζει ήδη στο μυαλό και την καρδιά των μελλοντικών δασκάλων που εκπαιδεύουμε.

Γιώργος Κόκκινος

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Φωτογραφίες από την επίσκεψη στη Μακρόνησο 5/6/16



Άφιξη του πλοίου στο νησί

Άφιξη του πλοίου στο νησί

Η είσοδος στο Α' ΕΤΟ (Α Ειδικό Τάγμα Οπλιτών)

Μνημείο πεσόντων στο Α' ΕΤΟ 
Άποψη του λιμανιού από το κτίριο των αρτοκλιβάνων

Οι φούρνοι μέσα στο αναπαλαιωμένο κτίριο των αρτοκλιβάνων

Το κτίριο των αρτοκλιβάνων

Η θέα από το ύψωμα της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου που κατασκευάστηκε από τους κρατούμενους

Ο θόλος του Αγίου Αντωνίου 

Άγιος Αντώνιος Μακρονήσου

Ψηφιδωτό στο Α' ΕΤΟ

Το άγαλμα του Λεωνίδα στο Β' ΕΤΟ (Β Ειδικό Τάγμα Οπλιτών)

Το άγαλμα του Διγενή στο Β' ΕΤΟ (Β Ειδικό Τάγμα Οπλιτών) 
Άποψη του Β' ΕΤΟ

Η θέα από τον χώρο των στρατιωτών στο Β' ΕΤΟ

Στύλος της σημαίας κοντά στα κτίρια της διοίκησης του Β' ΕΤΟ

Στα κτίρια της διοίκησης του Β' ΕΤΟ με φίλους 
Στα κτίρια της διοίκησης του Β' ΕΤΟ με φίλους

Η βίλα του διοικητή Α. Βασιλόπουλου στο Β' ΕΤΟ, κατασκευασμένη με την καταναγκαστική εργασία των κρατουμένων

Η βίλα του διοικητή Α. Βασιλόπουλου στο Β' ΕΤΟ

Η βίλα του διοικητή Α. Βασιλόπουλου στο Β' ΕΤΟ

Το συντριβάνι της βίλας του διοικητή Α. Βασιλόπουλου στο Β' ΕΤΟ
Φθάνοντας στο νησί

Φθάνοντας στο νησί 
Άποψη του λιμανιού στο Α΄ΕΤΟ

Θάλασσα και βράχια

Η είσοδος στο Α' ΕΤΟ
Το μνημείο των πεσόντων στο Α΄ΕΤΟ

Η είσοδος στο Α' ΕΤΟ 
 
Άποψη του Α΄ΕΤΟ

Κτίριο των αρτοκλιβάνων

Κτίριο των αρτοκλιβάνων

Οι φούρνοι στο κτίριο των αρτοκλιβάνων

Η θέα από το ύψωμα της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου 
Από το κτίριο των αρτοκλιβάνων

Πανό της ΠΕΚΑΜ στο κτίριο των αρτοκλιβάνων

Η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου

Η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου

Η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου

Ο θόλος της εκκλησίας με τα αστέρια που φιλοτέχνησε ο Μίκης Θεοδωράκης

Ο θόλος της εκκλησίας με τα αστέρια που φιλοτέχνησε ο Μίκης Θεοδωράκης

Η πύλη του Α΄ΕΤΟ

Η πύλη του Α΄ΕΤΟ 
Οι ακτές του νησιού