Σ΄ ένα κόσμο χωρίς μαγεία, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς θεό και μοναδική αλήθεια, σε ένα κόσμο χαώδη και κατακερματισμένο, πώς μπορεί η ιστορία να είναι ή να φαντάζει επική; Ούτε και να καμώνεται μπορεί. Στη νεότητά της η ιστορία υπήρξε επική. Τώρα όμως στην ωριμότητά της δεν μπορεί παρά να είναι ειρωνική, σαρκαστική, σχετικιστική, τραγική. Ίσως οι επικοί τρόποι να ξανακάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστοριογραφίας όταν φουσκώσουν και πάλι τα πανιά των οραματισμών και το ποτάμι της δικαιοσύνης κυλήσει ορμητικό, όταν οι άνθρωποι πιστέψουν στις δυνάμεις τους και εκφράσουν τη συλλογική σκέψη και δημιουργικότητά τους, όταν κατορθώσουν να λυτρωθούν από το άγος και το άχθος του παρελθόντος, όταν η ουτοπία αρχίσει να θαμποχαράζει.



«Η ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει. Μπορεί, επίσης, να είναι πολύ επικίνδυνη. Είναι περισσότερο σώφρον να αντιμετωπίζουμε την ιστορία όχι ως σωρό νεκρών φύλλων ή συλλογή σκονισμένων έργων τέχνης, αλλά ως μικρή λίμνη, μερικές φορές ευεργετική, συχνά θειούχο, που, χωμένη κάτω από το παρόν, διαμορφώνει σιωπηλά τους θεσμούς μας, τον τρόπο που σκεπτόμαστε, το τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει. Απευθυνόμαστε σε αυτήν [....] για επιβεβαίωση, για να πάρουμε μαθήματα και πληροφορίες. Η επιβεβαίωση, είτε πρόκειται για προσδιορισμό της ταυτότητας ομάδων, για αιτήματα ή για δικαίωση, σχεδόν πάντοτε προκύπτει από τη χρήση του παρελθόντος. [...] Το παρελθόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν για όλα τα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε στο παρόν. Κάνουμε κακή χρήση του όταν δημιουργούμε ψέματα για το παρελθόν ή γράφουμε την ιστορία με τρόπο που να παρουσιάζεται μόνο η δική μας άποψη».

Margaret Macmillan, Χρήση και κατάχρηση της ιστορίας, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα – Ψυχογιού, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012, 11 [πρώτη έκδοση στην αγγλική γλώσσα 2009]


«Σ’ έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες η ιστοριογραφία μπορεί να κινηθεί προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις». Georg Iggers.


«Προχωρήστε και να ξέρετε ότι σ’ ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι πλατιοί δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία». Σαλβαδόρ Αλιέντε.


Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

H τράπουλα του Dachau



O Boris Kobe γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1905 στη Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνα στο Τμήμα Μηχανικής υπό τον καθηγητή και γνωστό αρχιτέκτονα της Σλοβενίας, Jože Plečnik. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Boris Kobe ενεπλάκη ενεργά με την πολιτική εντασσόμενος σε σοσιαλιστικούς ομίλους φοιτητών και καλλιτεχνών. Με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Boris Kobe συλλαμβάνεται από τις αρχές κατοχής και στέλνεται ως πολιτικός κρατούμενος στο στρατόπεδο εργασίας Άλλαχ, ένα από τα περιφερειακά στρατόπεδα του Νταχάου. 

Το στρατόπεδο Άλλαχ λειτουργούσε ως στρατόπεδο εργασίας υπό τη διοίκηση των SS. Από τον πληθυσμό των κρατουμένων του, η διοίκηση του στρατοπέδου απομόνωσε μια ομάδα καλλιτεχνών και εργατών κεραμικών, οι οποίοι στέλνονταν καθημερινά για εργασία στο εργοστάσιο πορσελάνης κοντά στην ομώνυμη πόλη. Το εργοστάσιο είχε αγοραστεί το 1935 από τα SS και παρήγαγε 240 πορσελάνινα και κεραμικά μοντέλα. Ανάμεσα στους εργάτες του εργοστασίου βρέθηκε και ο Boris Kobe.

Στο διάστημα κράτησής του στο στρατόπεδο, ο Kobe φιλοτέχνησε μια τράπουλα με τραγικά και ειρωνικά στιγμιότυπα από τη ζωή των κρατουμένων. 

Μετά την απελευθέρωσή του το 1945, ο Boris Kobe εργάστηκε ως αρχιτέκτονας, ζωγράφος και σχεδιαστής στη Γιουγκοσλαβία, συμμετέχοντας σε μεγάλα κρατικά έργα, γνωστότερο εκ των οποίων η αναμόρφωση του κάστρου της Λουμπλιάνα. Το 1977 βραβεύτηκε με το βραβείο Prešeren για τα αρχιτεκτονικά του σχέδια και τη ζωγραφική του δουλειά, ενώ το 1952 έλαβε το βραβείο Levstik για την εικονογράφηση του βιβλίου Τα χρονικά του Visoko.

Ο Boris Kobe έφυγε από τη ζωή στις 3 Μαΐου του 1981.



Η τράπουλα του Dachau


O θάνατος ως βασιλιάς των σπαθιών.

Ο βαλές καρό απεικονίζει έναν CAPO να χτυπά με το μαστίγιό του έναν κρατούμενο.

Ο αριθμός 5 δείχνει κρατούμενους που προσπαθούν να χωρέσουν στα κρεβάτια των θαλάμων τους. 

Οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι απελευθερώνουν το στρατόπεδο.

Κρατούμενοι παραλαμβάνουν τα ρούχα του στρατοπέδου.

Τα ρούχα των κρατουμένων κρατούνται και οδηγούνται γυμνοί στην παραλαβή των ρούχων του στρατοπέδου. 

Ένας CAPO μαστιγώνει δημόσια έναν κρατούμενο δεμένο σε τραπέζι προς παραδειγματισμό των υπολοίπων.

Δύο κρατούμενοι συγκεντρώνουν νεκρούς για τα κρεματόρια.

Ο βασιλιάς του καρό, ένας κρατούμενος σε προνομιακή θέση γραφέα.
Η βασίλισσα του καρό, μια κρατούμενη που κοιτά τα κουρεμένα της μαλλιά σε ένα καθρεφτάκι.

Ο βασιλιάς της πίκα, ένας παχύς κρατούμενους που λόγω της θέσης του στο στρατόπεδο μπορεί να έχει πρόσβαση σε καλλίτερο φαγητό.

Ο βαλές της κούπας, ένας CAPO χτυπά έναν κρατούμενο.

Ο μπαλαντέρ, ένας εργάτης-κρατούμενος, που έχει ακόμα τη μυική του δύναμη.

Ο αριθμός 11, συλληφθέντες οδηγούνται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ο αριθμός 2, κρατούμενοι κοιτούν μέσα από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου.

Ο αριθμός 3, κρατούμενος βρίσκεται σε τιμωρία ορθοστασίας έως ότου πεθάνει. Η πινακίδα γράφει: "Είμαι ακόμα εδώ". Πιθανότατα το σκίτσο αναφέρεται σε κρατούμενο που προσπάθησε να αποδράσει.

Η βασίλισσα της κούπας, μια γυναίκα κρατούμενη που διαβάζει ένα γράμμα.

Η βασίλισσα των σπαθιών, μια γυναίκα κρατούμενη εργάτρια.

Ο βαλές της πίκα, ένας CAPO χτυπά έναν κρατούμενο στο κεφάλι με ένα κουτί.

Ο βαλές της πίκα, ένας εργάτης κρατούμενος. 

Kρατούμενος σπάει βράχους με κομπρεσέρ.

Κρατούμενοι φορούν τα ρούχα του στρατοπέδου.

Κρατούμενος πεθαίνει από κατολίσθηση πέτρας κατά την εργασία.

Ο αριθμός 13, κρατούμενοι τσακώνονται κατά το συσσίτιο. 

Ο βαλές καρό, εργάτης- κρατούμενος.

Ο βασιλιάς της κούπας, ένας παχύς κρατούμενος με πούρο.

Ο αριθμός 1, ένας κρατούμενος προσπαθεί να γλιτώσει το κρύο φορώντας κουρέλια.

Ο αριθμός 4, η πρωινή καταμέτρηση των κρατουμένων. 

Ο αριθμός 18, ένας CAPO χτυπά κρατούμενο που δεν μπορεί πια να σηκώσει μια ράγα τρένου.

Ο αριθμός 13, ένας CAPO χτυπά κρατούμενους που σπρώχνουν βαγονέτο με πέτρες.

Ο αριθμός 10, κρατούμενοι ανταλλάσσουν φαγητό και μια ζώνη με ένα τσιγάρο.

Σύνταξη κειμένου: Διαμάντης Θεόφιλος, υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου.



Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

«Μιλάμε γι’ αυτά που δεν μιλάμε» - Φωτογραφίες



ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΩΝ 
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ


Ιούλιος 2017: «Μιλάμε γι’ αυτά που δεν μιλάμε»






Φωτογραφίες από το εργαστήρι

Διδακτικές προσεγγίσεις του Ολοκαυτώματος με την αξιοποίηση εικονιστικού υλικού



Διδακτικές προσεγγίσεις του Ολοκαυτώματος με 
την αξιοποίηση εικονιστικού υλικού

Παναγιώτης Γατσωτής

Εικονιστικό υλικό και σημειώσεις της προφορικής εισήγησης 
που έγινε στο Καλοκαιρινό Εργαστήρι Δημοκρατίας των 
Εκπαιδευτικών με τίτλο «Μιλάμε γιʼ αυτά που δεν μιλάμε» – 
«Μιλάμε για το Ολοκαύτωμα και τις γενοκτονίες»

Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 13 Ιουλίου 2017





Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Σερζ Λαμά, Τα κόκκινα μπαλόνια



Δεν είχα ποτέ μου ένα κόκκινο μπαλόνι

Όταν ήμουν παιδί στη γειτονιά μου
Σε αυτές τις επαρχίες που τίποτα δεν κινείται
Όλα μου τα μπαλόνια ήταν σκασμένα
Δεν έκανα ποτέ πραγματικές διακοπές
Μόνος, πρόσωπο με πρόσωπο με τη θάλασσα
Όταν ο ρυθμός δίνει ρυθμό στην καρδιά
Και οι γλάροι κολυμπούν στον αέρα



Δεν ζήτησα τίποτα, δεν είχα τίποτα
Δεν έδωσα κάτι, δεν έλαβα τίποτα


Δεν έπαιξα ποτέ βώλους
Όταν ήμουν παιδί στη γειτονιά μου
Ήμουν καρφωμένος στην οικογένειά μου
Σαν μάρτυρας στο δεμάτι του
Δεν είχα βγει να περπατήσω
Μόνος, πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνεμο
Διάβαζα το Μαρκήσιο ντε Σαντ
Και αγαπούσα ήδη τους καναπέδες



Οι νεράιδες ποτέ δεν ταξίδεψαν
Όταν ήμουν παιδί  στη γειτονιά μου
Ζούσαν από τα οφέλη τους
Ήταν όλες σε συνδικάτα
Δεν είδα  στ’ αστέρια
την άμαξα της Σταχτοπούτας
Η δικιά μου  είχε ένα βρώμικο φόρεμα
Αλλά δεν είχε ούτε παντόφλες



Αλλά είχα ήδη την τύχη
Όταν ήμουν παιδί στη γειτονιά μου
να μη δίνω σημασία
σ’αυτό που οι άλλοι σκέφτονται
Και δεν έχω δει στην Ιστορία
κάποιον πολεμιστή ή κάποιο βασιλιά
Διψασμένο να κυβερνήσει ή να δοξαστεί
Που να’ ναι πιο περήφανος από μένα


Δεν ζήτησα τίποτα, δεν είχα τίποτα
Αλλά έκανα ... αυτό που ήθελα ...


(να σ’ αγαπώ…)- ποιητική αδεία



Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Διπλωματικές εργασίες του Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης


Στους παρακάτω συνδέσμους θα βρείτε δύο εξαιρετικές διπλωματικές εργασίες των φοιτητών του Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου.


Η διδασκαλία του Ολοκαυτώματος ανά την υφήλιο

των φοιτητών/ιών:

Ασημακοπούλου Ειρήνη 
Γεννηματά Εύη 
                               Γέροντα Ελευθερία                                  
Ζιώρης Παναγιώτης 
Καπαρουδάκη Αικατερίνη 
Καραγιώργου Βάγια 
Καραμουσουλής Μιχαήλ 
Μαγκάνη Κωνσταντίνα 
Ντονά Ειρήνη
Πέτας Γεώργιος 
Πρωτονοταρίου Δήμητρα 
Σταμούλου Στεφανία 
Στεργίου Αθανάσιος 
Τηλιακού Αναστασία 


Δείτε την εργασία εδώ



Το ιστορικό τραύμα του Ολοκαυτώματος και η Ευρωπαϊκή Συνείδηση

των φοιτητών/ιών:

Αποστολάκη Αγγελική Μαρία 
Βελλή Άννα          
  Γιαλλουράκη Άννα       
                 Δρούγκα Αικατερίνη                     
Θεοδώρου Μαρία      
Ιορδάνου Σταματία 
Κιάφα Θεοφανία     
Κόσσυφα Παναγιώτα
Μάγγου Αναστασία        
Μπουλμπασάκου Παναγιώτα   
Νικολίκου Παναγιώτα    
Πολίτη Αθηνά         
Σαργιώτης Κωνσταντίνος 
Στρατούρη Ελένη    
Ψαράκη Εμμανουέλα       



Δείτε την εργασία εδώ




Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

To φάντασμα της Ιστορίας- Από τη λήθη στην εκταφή



Συντάκτης: Μάγδα Φυτίλη



«Mητέρες! Γυναίκες! Όταν τα χρόνια περάσουν και οι πληγές του πολέμου κλείσουν. Οταν η μνήμη των δύσκολων και αιματηρών ημερών διαλυθεί μέσα σε ένα παρόν ελευθερίας, ειρήνης και ευημερίας. Οταν οι μνησικακίες θα έχουν εξαλειφθεί σε μια ελεύθερη χώρα για όλους τους Ισπανούς, μιλήστε στα παιδιά σας. Μιλήστε τους γι’ αυτούς τους άνδρες των Διεθνών Ταξιαρχιών»

(Αποχαιρετιστήριος λόγος της Πασιονάρια προς τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, Βαρκελώνη 1/11/1938)


O ισπανικός εμφύλιος πόλεμος έλαβε χώρα μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον αποσταθεροποίησης, απότοκο της κρίσης των δημοκρατιών και της ανόδου του κομμουνισμού και του φασισμού, συνιστώντας την τελευταία μεγάλη ιδεολογική σύγκρουση πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι φασιστικές ενισχύσεις στον Φράνκο από την Ιταλία και τη Γερμανία, οι όποιες «υπόγειες» ενισχύσεις και η συνδρομή της ΕΣΣΔ στο δημοκρατικό στρατόπεδο, καθώς και η συμμετοχή των Διεθνών Ταξιαρχιών (περίπου 35.000 μαχητές από 53 διαφορετικές χώρες που πέρασαν τα σύνορα στο πλευρό της Ισπανικής Δημοκρατίας) μετέτρεψαν τον ισπανικό Eμφύλιο στην πλέον διεθνοποιημένη εθνική σύγκρουση του 20ού αιώνα.

Ο ηρωισμός και η αυτοθυσία των χιλιάδων διεθνιστών που στρατεύτηκαν και πολέμησαν στο πλευρό των Ισπανών, αυτή η απαράμιλλη αποθέωση του επαναστατικού ρομαντισμού, του ριζοσπαστικού αντιφασισμού και των ευγενών ουμανιστικών αξιών μετέτρεψαν τον ισπανικό εμφύλιο σε εμβληματική αναφορά της Αριστεράς διεθνώς.

Εντούτοις, για την ισπανική Αριστερά αλλά και για το μεγαλύτερο μέρος της ισπανικής κοινής γνώμης δεν υπάρχει ένα ηρωικό αφήγημα για τον Εμφύλιο, ανάλογο με τη ρομαντική ηρωική αφήγηση που έχει υιοθετήσει η ευρύτερη Αριστερά διεθνώς.

Σε έρευνα του Κέντρου Κοινωνιολογικών Ερευνών (CIS) το 2008, με θέμα «Μνήμες του Εμφυλίου και του φρανκισμού», στην ερώτηση «Τι συναίσθημα σας προκαλεί η ενθύμηση του Εμφυλίου» το 55% απάντησε λύπη, το 15,8% οργή και το 7,4% ακατανοησία.

Οι μητέρες και οι γυναίκες δεν ακολούθησαν την προτροπή της Πασιονάρια, δεν μίλησαν στα παιδιά τους για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ούτε για τη χαμένη κοινωνική επανάσταση.

Η εγκαθίδρυση της φρανκικής δικτατορίας και η διάρκειά της για 39 ολόκληρα χρόνια είχε συνέπεια αυτό που ο Πρίμο Λέβι προσδιόρισε εννοιολογικά ως «μνημοκτονία».

Η βία και η καταστολή του καθεστώτος επέβαλαν την ολική σιωπή, καθώς τόσο το τραύμα όσο και η αριστερή μνήμη μπορούσαν να αποτελέσουν, στην καλύτερη περίπτωση, μια ιδιωτική υπόθεση στο πλαίσιο της οικογένειας, εμποδίζοντας τη μετατροπή της σε συλλογική μνήμη.

Ταυτόχρονα, οι ίδιοι οι ηττημένοι χρησιμοποίησαν τη λήθη ως «όπλο αντίστασης» απέναντι σε μια Δεξιά που διατυμπάνιζε τη νίκη της στον Εμφύλιο.

Οι μητέρες και οι γυναίκες σιωπούσαν όχι μόνο γιατί ήταν αναγκασμένες, αλλά και γιατί οι μνήμες του Εμφυλίου ξυπνούσαν ένα διπλά διχαστικό παρελθόν.

Αφενός, επρόκειτο για μια εποχή τραγική, αμείλικτη, δραματικά βάρβαρη στην καθημερινότητα των ανθρώπων που την έζησαν τότε.

Αφετέρου, η Β' Δημοκρατία (1931-1936) δεν ηττήθηκε μόνο από το στρατιωτικό πραξικόπημα του Φράνκο, αλλά και από τις εσωτερικές διαιρέσεις του δημοκρατικού στρατοπέδου, από τις συγκρούσεις μεταξύ κομμάτων και συνδικάτων, όπως αυτές που έλαβαν χώρα τον Μάιο του 1937 στη Βαρκελώνη και τον Μάρτιο του 1939 στη Μαδρίτη.

Οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κομμουνιστών, σοσιαλιστών και αναρχικών και οι έντονες ρήξεις μέσα στις ίδιες τις οργανώσεις αποδείχθηκαν τις περισσότερες φορές ανεπανόρθωτες και επέφεραν σημαντικές συνέπειες για την αριστερή μνήμη του Εμφυλίου.

Οι εσωτερικές διαιρέσεις ήταν ακόμη ενεργές στη μετεμφυλιακή περίοδο, όπως αποδεικνύεται από τον ρητό αποκλεισμό των κομμουνιστών από οποιαδήποτε συμφιλιωτική διαδικασία.

Οι σοσιαλιστές δέχονταν να μιλήσουν με τη μετριοπαθή Δεξιά, παρόλο που είχε στηρίξει το φρανκικό καθεστώς, αλλά όχι με τους κομμουνιστές, καθώς γι’ αυτούς αποτελούσαν τον βασικό φορέα και υπεύθυνο της έντασης και των τραυματικών εμπειριών του Εμφυλίου.

Το πραξικόπημα του Φράνκο πυροδότησε μια κοινωνική επανάσταση, η οποία εγκαθίδρυσε μια καινούργια εργατική εξουσία, αποσπασματική, διάσπαρτη και αυτονομημένη, αναπόφευκτα ευάλωτη στο πολιτικό πεδίο.

Ο «εσωτερικός εμφύλιος» της Αριστεράς δεν της επέτρεψε να διεκδικήσει το επαναστατικό και χειραφετητικό πρόταγμα που είχε τεθεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.

Πέρα από τη διαχείριση της ήττας, η Αριστερά έπρεπε να διαχειριστεί επιπλέον και τις εσωτερικές της συγκρούσεις.

Γι’ αυτό για την ισπανική Αριστερά η επίκληση του Εμφυλίου ήταν και παραμένει μία ιδιαίτερα περίπλοκη υπόθεση.

Οι μητέρες και οι γυναίκες συνέχισαν, όμως, να σιωπούν και κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας.

Σε έρευνα του Κέντρου Κοινωνιολογικών Ερευνών το 2008, με θέμα «Μνήμες του Εμφυλίου και του φρανκισμού», στην ερώτηση «Οταν ήσασταν παιδί ή έφηβος μιλούσαν στην οικογένειά σας για τον Εμφύλιο;», το 43,6% απάντησε «ελάχιστα», το 30,5% «καθόλου» και μόνο το 17% «αρκετά».

Η πρώτη φορά που μίλησαν στα παιδιά τους για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες ήταν το 1996, 57 χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου (1939) και 18 χρόνια μετά την ψήφιση του δημοκρατικού Συντάγματος (1978), έτος που έλαβε χώρα η πρώτη απότιση φόρου τιμής στις Διεθνείς Ταξιαρχίες από το ισπανικό κράτος.

η σκυτάλη από το 2000 και μετά πήραν τα εγγόνια τους, τα οποία αποφάσισαν να σπάσουν τη σιωπή και να μιλήσουν για τους 114.266 αγνοουμένους του Εμφυλίου και της δικτατορίας, που κείτονται σε μαζικούς τάφους (η Ισπανία είναι η δεύτερη χώρα στον κόσμο με τον μεγαλύτερο αριθμό αγνοούμενων μετά την Καμπότζη).

Το κλειδί για την κατανόηση αυτής της τόσο μακροχρόνιας σιωπής είναι αφενός η ίδια η διαδικασία της μετάβασης στη δημοκρατία και αφετέρου η διαχείριση του παρελθόντος από το ισπανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE).



Η περίοδος της λήθης (1976-1982)


Η μετάβαση πραγματοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο που απαιτούσε ρητά το «κλείσιμο» όλης της προηγούμενης ιστορίας.

Μετά τον θάνατο του Φράνκο (20/11/1975) ξεκίνησε βαθμιαία μια διαδικασία ελεγχόμενου μετασχηματισμού του καθεστώτος μέσα από τους ίδιους τους φρανκικούς θεσμούς, καθώς το καθεστώς αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στην καινούργια πολιτική πραγματικότητα, απόρροια εσωτερικών και διεθνών πιέσεων.

Οι μεταρρυθμιστές φρανκικοί επέβαλαν σε μεγάλο βαθμό τους δικούς τους όρους καθεστωτικής αλλαγής, με αποτέλεσμα η αντιπολίτευση να εγκαταλείψει αρκετά από τα πολιτικά προτάγματα της «δημοκρατικής ρήξης», όπως η προσωρινή κυβέρνηση, το δημοψήφισμα για το πολιτειακό και τα μέτρα μεταβατικής δικαιοσύνης.

Αυτό σήμαινε επίσης ότι καταδίκη της δικτατορίας δεν ήταν εφικτή, διότι η Δεξιά αποδεχόταν πλήρως τη φρανκική νομιμότητα, υποστηρίζοντας πως η αποτελεσματικότητα της οικονομικής διαχείρισης του φρανκισμού δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την έλευση της Δημοκρατίας, ενώ την ίδια στιγμή έριχνε όλες τις ευθύνες για τη διολίσθηση στον Εμφύλιο στη Β' Δημοκρατία.

Αν και η ιστορική μνήμη της ήττας της Β' Δημοκρατίας βάραινε από αδιαμφισβήτητα λάθη, παραλείψεις και υπερβολές, ο μετασχηματισμός της στο κατεξοχήν «αντιπαράδειγμα» της μετάβασης είχε να κάνει με τη δαιμονοποίηση που είχε υποστεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και εξυπηρετούσε κυρίως την παλινόρθωση της μοναρχίας.

Η τελευταία πραγματοποιήθηκε χωρίς τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος: ο ίδιος ο Φράνκο, με τη συγκατάθεση της φρανκικής «Βουλής», όρισε τον Χουάν Κάρλος Ι διάδοχό του, τον Ιούλιο του 1969.

Υπό αυτές τις περιοριστικές συνθήκες, τα αριστερά κόμματα αναγκάστηκαν να μετριάσουν τα αιτήματά τους για να ενταχθούν στη νέα δομή εξουσίας, οδηγώντας στην αποπολιτικοποίηση εκείνου του μέρους της κοινωνίας που ήταν πιο πολιτικά ενεργό.

Ιδιαίτερα για το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCE), sin ne qua non προϋπόθεση για τη νομιμοποίησή του αποτέλεσε η πρότερη αποδοχή της μοναρχίας.

Ετσι, το PCE θυσίασε την πρωταρχική του νομιμότητα προερχόμενη από την ιστορική κληρονομιά της Β' Δημοκρατίας στον βωμό της εθνικής συμφιλίωσης.

Μέχρι την εποχή του Χούλιο Ανγκίτα (1996), το PCE δεν θα ξαναθέσει ζήτημα κατάλυσης της μοναρχίας και επιστροφής στη δημοκρατική παράδοση του 1931 μέσω λαϊκής ετυμηγορίας.

Αν ήταν απαραίτητη η πολιτική αποκαθήλωση του φρανκικού καθεστώτος, εξίσου απαραίτητη ήταν η «αλλαγή σελίδας», ώστε να εξαλειφθεί οποιαδήποτε πηγή προστριβών μεταξύ εκείνων που έφερναν εις πέρας τη μετάβαση.

Ετσι, το πολιτικό και ηθικό δίλημμα μεταξύ μνήμης και λήθης λύθηκε από τις ισπανικές πολιτικές ελίτ με τη συνομολόγηση του «συμφώνου λήθης» (pacto del olvido).

Η «γενική αμνηστία» του 1977 συνεπαγόταν ακριβώς αυτό: την αμνηστία για τις αντιφρανκικές δυνάμεις και την αμνησία για τις φρανκικές.

Η αμνηστία του 1977 ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα του φόβου μπροστά στις ενδεχόμενες αντιδράσεις των φρανκικών σε περίπτωση εξαίρεσής τους από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις.

Το δημοκρατικό μέλλον κι ένας εκ βαθέων σοβαρός δημόσιος διάλογος αναφορικά με τον Εμφύλιο και τη δικτατορία θεωρήθηκαν απολύτως ασύμβατα, λόγω του φόβου ενός νέου εμφυλίου ή και μιας νέας δικτατορίας.

Επιπρόσθετα, η οπισθοδρόμηση που σήμανε η δικτατορία έκανε τόσο τα πολιτικά κόμματα όσο και την κοινωνία να έχουν ως απόλυτες προτεραιότητες τον εκσυγχρονισμό, τον εξευρωπαϊσμό, την «αλλαγή», την απελευθέρωση από το παρελθόν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ηγεμονικός λόγος επέβαλε στο κοινωνικό φαντασιακό τη μετάβαση ως «αλλαγή σελίδας», ως μια νέα αρχή.

Οι έρευνες γνώμης δείχνουν διαχρονικά ότι ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η μετάβαση συνιστά την κατεξοχήν πηγή περηφάνιας για τους Ισπανούς, ύστερα από τις τραυματικές και διχαστικές εμπειρίες της Β΄ Δημοκρατίας, του Εμφυλίου και της δικτατορίας: ως τέτοια τη θεωρεί το 81% των ερωτηθέντων σε έρευνα του 2000 και το 73,8% σε έρευνα του 2008.

Τα μέτρα εθνικής συμφιλίωσης αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο την υλική αποκατάσταση των ηττημένων του Εμφυλίου, με την έννοια της εξίσωσης των δικαιωμάτων.

Δεν θεσπίστηκαν μέτρα συμβολικής αποκατάστασης και η αριστερή μνήμη συνέχισε να παραμένει αποκλεισμένη από τη δημόσια σφαίρα.

Η πολιτική ηγεμονία της συλλογικής μνήμης των νικητών φαίνεται να παγιώθηκε, λοιπόν, μέσω ακριβώς της λήθης των θυμάτων του Εμφυλίου και της δικτατορίας.

Η πρώτη ισότητα που καθιέρωσε, άλλωστε, ήταν πως όλοι είναι ίσοι ενώπιον του παρελθόντος.

Η παρατήρηση του Πίτερ Μπερκ, πως «η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους νικητές, αλλά ξεχνιέται και από αυτούς», θα μπορούσε κάλλιστα να βρει εφαρμογή στην ισπανική περίπτωση.


Η μνήμη σε αναστολή (1982-1996)


Αν και ο συσχετισμός ισχύος άλλαξε άρδην από το 1982 και μετά υπέρ των σοσιαλιστών, οι μητέρες και οι γυναίκες συνέχισαν να σιωπούν, καθώς η μακρά περίοδος του PSOE στην εξουσία (14 χρόνια) δεν συνοδεύτηκε από κάποια αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης του παρελθόντος.

Παραδόξως, οι κυβερνήσεις απόλυτης πλειοψηφίας του Φελίπε Γκονθάλεθ, ιδεολογικοί επίγονοι των ηττημένων του Εμφυλίου και των θυμάτων της φρανκικής δικτατορίας, δεν λειτούργησαν ως φορείς της αριστερής μνήμης αλλά εξακολούθησαν να τηρούν το «σύμφωνο λήθης» της μετάβασης. Η «αλλαγή» του PSOE αφορούσε αποκλειστικά το μέλλον.

Το PSOE τοποθετήθηκε μία και μοναδική φορά, κατά την 50ή επέτειο από την έναρξη του Εμφυλίου (1986), επιβεβαιώνοντας το «σύμφωνο λήθης» και το ηγεμονικό αφήγημα του ύστερου φρανκισμού.

Αυτό το ηγεμονικό αφήγημα συνιστούσε μια αποπολιτικοποιημένη ανακατασκευή του παρελθόντος: απέδιδε ίσες ευθύνες σε αυτούς που υπερασπίστηκαν τη δημοκρατική νομιμότητα και σε εκείνους που προσπάθησαν να την καταλύσουν πραξικοπηματικά, απογύμνωνε τη σύγκρουση από οποιαδήποτε πολιτικά ή ταξικά χαρακτηριστικά και παρείχε μια «τελεολογική» ερμηνεία της Β΄ Δημοκρατίας (που αναπόφευκτα θα οδηγούσε στον Εμφύλιο), επιβάλλοντας την απόλυτη λήθη για τη φρανκική βία και καταστολή.

Μέσω του μύθου των «δύο Ισπανιών», αυτό το ύστερο φρανκικό αφήγημα παρείχε, τέλος, μια ερμηνεία της τραγικής ιστορίας της Ισπανίας με μεταφυσικούς και θρησκευτικούς όρους.

Ο όρος «δύο Ισπανίες» αναφέρεται στον διχασμό των Ισπανών μπροστά στις αλλαγές που προσπάθησε να εφαρμόσει η Β' Δημοκρατία.

Εχει συσχετιστεί με το ποίημα του Αντόνιο Ματσάδο «Μικρέ Ισπανέ που έρχεσαι στον κόσμο» (το οποίο μιλάει για τον πόλεμο ανάμεσα σε δύο Ισπανίες, «μια Ισπανία που πεθαίνει και μια Ισπανία που ξεπροβάλλει»), καθώς και με την προσωπική του ιστορία.

Ο διχασμός που σφράγισε τους αδελφούς Ματσάδο, καθώς ο Αντόνιο είχε ταχθεί με το μέρος των Δημοκρατικών ενώ ο αδελφός του είχε προσχωρήσει στις φασιστικές ορδές του Φράνκο, αντιπροσωπεύει συμβολικά αυτές τις «δύο Ισπανίες» που συγκρούστηκαν στον Εμφύλιο.

Το PSOE υλοποίησε βέβαια, αν και με όχι ιδιαίτερη θέρμη, το υλικό σκέλος της αποκατάστασης των ηττημένων του Εμφυλίου και των θυμάτων της δικτατορίας.

Η λογική που υπαγόρευε τη θέσπιση αυτών των μέτρων εξακολουθούσε να είναι η εξίσωση των δικαιωμάτων μεταξύ ηττημένων και νικητών και σε καμιά περίπτωση η ηθική και συμβολική επανόρθωση, την οποία το PSOE απέρριπτε ρητά.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα θεωρούσε πως επρόκειτο περί ενός ευαίσθητου ζητήματος, το οποίο αφενός θα μπορούσε να διαταράξει την ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών και αφετέρου θα μπορούσε να βλάψει την εκλογική στρατηγική του, τη διεύρυνση προς την Κεντροδεξιά καθώς το PCE είχε πάψει να αποτελεί πια κίνδυνο.

Ταυτόχρονα, μπορούσε να προσελκύει ένα μέρος των αριστερών ψηφοφόρων, χωρίς να διεκδικεί ρητά την αριστερή μνήμη, μέσα από το πλεονέκτημα που του προσέφερε η ιστορική κληρονομιά που αντιπροσώπευε το ακρωνύμιό του, καθώς το κόμμα ιδρύθηκε το 1879 και πήρε μέρος στον Εμφύλιο.

Το PSOE χαρακτηριζόταν, δηλαδή, από μια συμβολική συνέχεια και μια πολιτική ασυνέχεια με το παρελθόν του.

Εν πλήρη αντιθέσει με την τροπή που έχει πάρει σήμερα το ζήτημα της μνήμης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 δεν υπήρχαν κοινωνικές πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση.

Βασικά χαρακτηριστικά της ισπανικής κοινωνίας εκείνη την εποχή ήταν η απόλυτη προσήλωσή της στο μέλλον και η ιδεολογική της μετριοπάθεια.

Το μόνο ζήτημα που γέννησε κοινωνικές διαμάχες σχετικά με το τραυματικό παρελθόν ήταν η αγιοποίηση των «μαρτύρων» του Εμφυλίου από την Καθολική Εκκλησία.

Εντούτοις, στη δεκαετία του ’90 οι αγιοποιήσεις μετατράπηκαν σε ρουτίνα και δεν δημιουργούσαν αντιπαραθέσεις, μέχρι την εμφάνιση του κινήματος για την ανάκτηση της ιστορικής μνήμης και τη μαζική αγιοποίηση του Οκτωβρίου του 2007. Εως το 2007 πραγματοποιήθηκαν δέκα τελετές αγιοποίησης, οι οποίες αφορούσαν 471 «μάρτυρες».

Παρότι οι μητέρες και οι γυναίκες εξακολουθούσαν να σιωπούν, βρήκαν έναν ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης της μνήμης τους, καθώς το «σύμφωνο λήθης» στο πολιτικό επίπεδο συνυπήρχε με μια συνεχή παρουσία της μνήμης του Εμφυλίου στις σελίδες των εφημερίδων, στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στη λογοτεχνία.

Στο βιβλίο της «Η διχασμένη πόλη» (2001), η Νικόλ Λορό υποστηρίζει σχετικά με τη συμφιλίωση στην αρχαία Ελλάδα πως, αν και το συγκρουσιακό παρελθόν έμεινε εκτός πολιτικής σφαίρας λόγω της αμνηστίας, μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα μέσω της τραγωδίας.

Κατ’ αναλογία, θα μπορούσε να υποστηριχτεί για την ισπανική περίπτωση πως η λήθη στο πολιτικό επίπεδο κατέστη δυνατή ακριβώς επειδή οι μνήμες μπορούσαν να εκφραστούν, υπό μια συμβολική μορφή, στο πολιτιστικό πεδίο.

«Ακόμη και ο Φράνκο έχει στήσει μνημείο για τους νεκρούς του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, αδιάκριτα από την παράταξη που ανήκαν, σαν σύμβολο της οριστικής λήθης των παθών εκείνης της εποχής»

(Η Αυγή, 4/12/1979)




Η «εκταφή» της μνήμης (1996-2011)


Η αντιπαράθεση σχετικά με το παρελθόν, σταδιακά από το 1993 και κυρίως από το 2000 και μετά, άρχισε να καταλαμβάνει περίοπτη θέση στον δημόσιο διάλογο, διαπερνώντας το πολιτικό, νομικό, ιστοριογραφικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πεδίο.

Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην κυριολεκτική και μεταφορική εκταφή της μνήμης αυτή την περίοδο είναι οι εξής:


1)  Η αλλαγή της εκλογικής στρατηγικής του PSOE από το 1993 και κυρίως από το 1996 και μετά.

Πρώτο το PSOE από τα πολιτικά κόμματα διέρρηξε την πολιτική συμφωνία μεταξύ φρανκικής Δεξιάς και δημοκρατικής αντιπολίτευσης περί λήθης και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί πολιτικά την ιδεολογική ταύτιση μεταξύ Δεξιάς και δικτατορίας, εν όψει μιας εκλογικής αναμέτρησης που θα έχανε.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα εγκαινίασε την τακτική της δαιμονοποίησης του αντιπάλου, ταυτίζοντάς τον με τη φρανκική δικτατορία, ώστε να τον απονομιμοποιήσει και να του στερήσει την κεντρώα ψήφο.

Αν αυτή η αλλαγή στη στάση του PSOE απέναντι στο παρελθόν οφείλεται σε εκλογικό καιροσκοπισμό, επί Θαπατέρο το κόμμα άρχισε ν’ ανακτά την ιστορική του μνήμη, λόγω επίσης των κοινωνικών πιέσεων, αλλά και των προσωπικών ευαισθησιών του προέδρου του.

Ο παππούς του Θαπατέρο, ο Χουάν Ροδρίγεθ Λοθάνο, είχε διατελέσει διοικητής του Δημοκρατικού Στρατού και εκτελέστηκε από τις φρανκικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.

Η αλλαγή αυτή της στρατηγικής των Σοσιαλιστών αποκρυσταλλώθηκε θεσμικά με τον «Νόμο για την Ιστορική Μνήμη» (26/12/2007), με τον οποίο θεσπίστηκαν μέτρα υπέρ εκείνων που υπέστησαν διώξεις κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και της δικτατορίας.

Ο εν λόγω νόμος προσπάθησε να ευθυγραμμίσει την ισπανική πολιτική μνήμης με τις αντίστοιχες πολιτικές που ασκούνταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Στην ουσία καταργήθηκε όμως de facto, αφού οι μετέπειτα κυβερνήσεις του Λαϊκού Κόμματος δεν προέβλεψαν κανένα απολύτως κονδύλι για την εφαρμογή του.



2) Η άνοδος του Λαϊκού Κόμματος (ΡΡ) στην εξουσία το 1996 και κυρίως η εκλογική νίκη του το 2000.

Από τη στιγμή που το ΡΡ ανέβηκε στην εξουσία, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ξεκίνησαν να προωθούν συζητήσεις στη Βουλή για το παρελθόν, καθώς η κυβέρνηση Αθνάρ παρέπεμπε περισσότερο από κάθε άλλη στο φρανκικό παρελθόν.

Ο «ιστορικός αναθεωρητισμός» κορυφώθηκε κατά τη δεύτερη θητεία του Λαϊκού Κόμματος με απόλυτη πλειοψηφία (2000-2004), ως ανταπάντηση στα κοινωνικά αιτήματα περί ανάκτησης της ιστορικής μνήμης.

H κρατική χρηματοδότηση του φιλοφρανκισμού που προωθείτο μέσω του Βιογραφικού Λεξικού της Βασιλικής Ιστορικής Ακαδημίας, του επαναπατρισμού των λειψάνων των στρατιωτών που πολέμησαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γαλάζια Μαραρχία (División Azul, ισπανική μονάδα εθελοντών φαλαγγιτών που πολέμησαν το 1941-1943 μαζί με τον γερμανικό στρατό ενάντια στη Σοβιετική Ενωση) και οι κρατικές επιχορηγήσεις στο Εθνικό Ιδρυμα Φρανθίσκο Φράνκο συνιστούν απτά δείγματα της νεοφρανκικής ιδεολογίας του ΡΡ.


3)  Η εναλλαγή των γενεών.

«Η γενιά των εγγονιών» (la generación de los nietos), όπως αποκαλείται, τα εγγόνια δηλαδή των ηττημένων του Εμφυλίου, έστρεψε ξανά το βλέμμα της σ’ εκείνο το σκοτεινό παρελθόν για να το κατανοήσει και να το διεκδικήσει στο σήμερα.

Μια νέα γενιά σε αναζήτηση πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας έχει αναγάγει την ηθική αποκατάσταση των θυμάτων του Εμφυλίου και της δικτατορίας σε πρωταρχικό της αίτημα.

Οι προσπάθειές της έχουν επικεντρωθεί κυρίως στη δημόσια προβολή του ζητήματος των μαζικών τάφων.


4)  Οι αγιοποιήσεις της Καθολικής Εκκλησίας.

Η πρακτική της Καθολικής Εκκλησίας να διακρίνει αξιολογικά τους νεκρούς μέσω των τελετών αγιοποίησης και η μετατροπή της σε έναν ακόμη φορέα της δεξιάς φρανκικής μνήμης ξύπνησαν τις ευαισθησίες και της άλλης πλευράς για τους δικούς της νεκρούς, που κείτονται ακόμα σε μαζικούς τάφους ανά τη χώρα.

Αλλωστε, η Καθολική Εκκλησία απάντησε με τον δικό της τρόπο στον «Νόμο για την Ιστορική Μνήμη», εξαγγέλλοντας την πιο μαζική αγιοποίηση στην ιστορία της, την αγιοποίηση 498 «μαρτύρων», τη στιγμή ακριβώς που αυτός ο νόμος συζητούνταν στη Βουλή.


5) Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί αναφορικά με τη μεταβατική και την οικουμενική δικαιοσύνη

Η υπόθεση Σιλίνγκο και κυρίως η υπόθεση Πινοτσέτ λειτούργησαν ως μοχλός πίεσης για την επανεκκίνηση της συζήτησης για το φρανκικό παρελθόν στην Ισπανία.

Επανήλθε, δηλαδή, στη δημόσια σφαίρα το πώς οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν το δίλημμα μεταξύ ειρήνης, δημοκρατικής σταθερότητας, δικαιοσύνης και συμφιλίωσης, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την «υποδειγματική» μετάβαση στη δημοκρατία.

Σε μεγάλο βαθμό λειτούργησε και ως καταλύτης για την εκκίνηση της έννομης διαδικασίας, από τον αμφιλεγόμενο δικαστή Μπαλτάσαρ Γκαρθόν, κατά των εγκλημάτων που είχαν διαπραχθεί από το φρανκικό καθεστώς (2008).

Το κοινωνικό κίνημα για τη μνήμη προέκυψε ακριβώς μέσα στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης.

Παράλληλα, η πρόοδος που έχει σημειωθεί αναφορικά με την οικουμενική δικαιοσύνη δεν επέτρεψε μόνο τη σύλληψη του Πινοτσέτ στο Λονδίνο, αλλά έχει φέρει την Ισπανία σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, με την έννομη διαδικασία εναντίον των φρανκικών εγκλημάτων που έχει εκκινήσει από την Αργεντινή η δικαστής Σερβίνι.

Η πρώτη εκταφή ενός μαζικού τάφου ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2016 με εντολή της αργεντίνικης δικαιοσύνης.


6) Η ώθηση για επαναδιαπραγμάτευση της μνήμης και του παρελθόντος διεθνώς μετά το 1989.

Η συζήτηση για τη μνήμη εισέβαλε με δριμύτητα στα πανεπιστήμια και στα δημόσια φόρα, λόγω κυρίως της ζήτησης διαμόρφωσης πολιτικών μνήμης, πένθους και μάθησης που περιστρέφονται, κυρίως, γύρω από την πιο τραυματική εμπειρία του 20ού αιώνα, τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η εμπειρία της Ανατολικής Ευρώπης, της Νότιας Αφρικής με το απαρτχάιντ και τις «επιτροπές αλήθειας», αλλά και το δεύτερο κύμα διαπραγμάτευσης με το παρελθόν σε χώρες όπως η Ισπανία, η Αργεντινή και η Χιλή είναι ενδεικτικές προσπάθειες αυτής της αναδιαπραγμάτευσης με το παρελθόν.

Αυτές οι προσπάθειες ανάκτησης της ιστορικής μνήμης, συμπερίληψης, δηλαδή, της αποκλεισμένης μνήμης, σηματοδοτούν ένα αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της ομαλοποίησης της ιστορικής συνείδησης και της συλλογικής μνήμης.

Με μια καθυστέρηση 60 χρόνων, οι μητέρες και οι γυναίκες μπορούν να εισακουστούν και πάλι.


Το μαυσωλείο του δικτάτορα και η «συμφιλίωση»


Αντίθετα απ' ό,τι πίστευε η ελληνική Αριστερά στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, η Κοιλάδα των Πεσόντων (La Valle de los Caídos) δεν έγινε ποτέ ένα μνημείο για «όλους τους πεσόντες και από τις δύο πλευρές», αλλά το πιο μεγαλειώδες αρχιτεκτονικό σύμβολο της νίκης του Φράνκο στον Εμφύλιο.

Η Κοιλάδα, η οποία απέχει περίπου 50 χιλιόμετρα από τη Μαδρίτη, είναι ένα μνημειακό σύμπλεγμα που αποτελείται από μια τεράστια υπόγεια κρύπτη, όπου βρίσκονται τα λείψανα των πεσόντων, και την εκκλησία με τη βασιλική, όπου κείτονται θαμμένοι ο Φρανθίσκο Φράνκο και ο «πρωτομάρτυρας» του Εμφυλίου, Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα, ιδρυτής της Φάλαγγας.

Την Κοιλάδα κοσμεί ο πιο μεγάλος σταυρός στον χριστιανικό κόσμο (150 μέτρα ύψος).

Το μνημείο οικοδομήθηκε από χιλιάδες πολιτικούς κρατουμένους (ο ακριβής αριθμός των οποίων παραμένει άγνωστος, αν και υπολογίζεται γύρω στις 20.000) με τη μορφή καταναγκαστικής εργασίας: δουλεύοντας σε άθλιες συνθήκες εργασίας, μπορούσαν μ’ αυτόν τον τρόπο να εξαγοράσουν ένα μέρος της ποινής τους.

Ηταν, λοιπόν, οι ηττημένοι και οι ιδεολογικοί τους επίγονοι εκείνοι που υπέστησαν την ταπείνωση της οικοδόμησης του τάφου των νικητών.

Το νομοθετικό διάταγμα που προέβλεπε την οικοδόμηση του ιδιαίτερου μαυσωλείου του Φράνκο χρονολογείται την 1η Απριλίου του 1940, στην πρώτη επέτειο της φρανκικής νίκης.

Αρχικά, ο Φράνκο δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να συμπεριλάβει στην Κοιλάδα τους νεκρούς του αντίπαλου στρατοπέδου.

Ωστόσο, πολλοί συγγενείς πεσόντων από φρανκικές οικογένειες δεν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους για τη μετακομιδή των λειψάνων των οικείων τους στο μαυσωλείο.

Το καθεστώς χρειαζόταν, όμως, νεκρούς για να γεμίσει την τεράστια κρύπτη κι έτσι θάφτηκαν εκεί και κάποιοι δημοκρατικοί («καθολικοί κόκκινοι»).

Ετσι, λόγω εξωγενών συνθηκών, από το 1959 και μετά το μνημείο απέκτησε έναν πιο «συμφιλιωτικό» χαρακτήρα, δίνοντας έμφαση στο θρησκευτικό στοιχείο.

Η Κοιλάδα των Πεσόντων αποτελεί σήμερα τον μεγαλύτερο μαζικό τάφο της Ισπανίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης, καθώς εκεί μεταφέρθηκαν σοροί χωρίς τη συγκατάθεση των οικογενειών των πεσόντων.

Σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι Βενεδικτίνοι μοναχοί, υπεύθυνοι για τη λειτουργία του μνημείου, υπολογίζεται ότι στην Κοιλάδα βρίσκονται συνολικά οι σοροί περίπου 33.847 νεκρών, οι οποίοι θάφτηκαν εκεί από τις 17 Μαρτίου 1959 μέχρι τις 3 Ιουνίου 1983.

Πόσες απ’ αυτές ανήκαν σε Δημοκρατικούς, παραμένει άγνωστο. Μολονότι έχει τεκμηριωθεί ότι πάνω από 500 ταφές ήταν προϊόν παράνομης μεταφοράς, όταν το 2009 ο δικαστής Γκαρθόν επιχείρησε να ξεκινήσει την έννομη διαδικασία για την ανακομιδή τους συνάντησε ανυπέρβλητους σκοπέλους.

Οι εντάσεις και οι διαφωνίες αναφορικά με την τύχη της Κοιλάδας των Πεσόντων εντάσσονται στη γενικότερη συζήτηση περί ανάκτησης της ιστορικής μνήμης και διαχείρισης του φρανκικού παρελθόντος.

Οι προτάσεις αναφορικά με την ανασημασιοδότηση της Κοιλάδας ξεκινούν από την απόλυτη άρνηση οποιασδήποτε παρέμβασης (Δεξιά) μέχρι τη μερική ή ολική της κατεδάφιση (μειοψηφική Αριστερά).

Εν τέλει, η αποπολιτικοποίηση της Κοιλάδας των Πεσόντων και η μετατροπή της σε καθαρά θρησκευτικό χώρο συμπεριλήφθηκε στον «Νόμο για την Ιστορική Μνήμη» του 2007.

Το 2011 η κυβέρνηση Θαπατέρο σύστησε μια Επιτροπή Ειδικών για να αποφασίσει για το μέλλον του μνημείου.

Η Επιτροπή ζήτησε την εκταφή του Φράνκο από το μνημείο των πεσόντων, με το αιτιολογικό πως ο δικτάτορας δεν πέθανε στον πόλεμο, όπως όλοι οι υπόλοιποι νεκροί που είναι θαμμένοι εκεί, καθώς και την ανασημασιοδότηση του μνημείου, ώστε να γίνεται απότιση φόρου τιμής σε όλους τους πεσόντες του Εμφυλίου.

Σύμφωνα με τον κοινωνικό ανθρωπολόγο και μέλος της Επιτροπής, Φρανθίσκο Φεράντιθ, για να εκκινήσει ο «εκδημοκρατισμός» του μνημείου είναι απαραίτητο να διαρραγεί η ιεράρχηση των θυμάτων που αποδίδει πρωταρχική θέση στον Φράνκο και στον Πρίμο δε Ριβέρα (F. Ferrándiz, El pasado bajo tierra. Exhumaciones contemporáneas de la Guerra Civil, Βαρκελώνη 2014).

Ωστόσο, η κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι αρνήθηκε επιτακτικά να προβεί στην ανασημασιοδότηση του μνημείου, όπως όριζε ο «Νόμος για την Ιστορική Μνήμη».

Κάθε χρόνο επισκέπτονται την Κοιλάδα των Πεσόντων πάνω από 430.000 άτομα, αν και στη μεγάλη τους πλειονότητα είναι τουρίστες που απλώς ενδιαφέρονται να δουν το μοναδικό φασιστικό μεγαλειώδες μνημείο που επιβιώνει ακόμα σε συνθήκες δημοκρατίας.

Στους επίσημους καταλόγους και στις ξεναγήσεις δεν γίνεται καμία αναφορά στην ιστορία του μνημείου.

Η Ιστορία δεν διαστρεβλώνεται, απλά αποσιωπάται.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Ντοκιμαντέρ: NIGHT WILL FALL



Δείτε το καταπληκτικό ντοκιμαντέρ "NIGHT WILL FALL", σχετικά με την ανεύρεση μιας ταινίας του 1945 από τους Alfred Hitchcock και Sidney Bernstein, σχετικά με τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.



Το ντοκιμαντέρ έχει ελληνικούς υπότιτλους και χωρίζεται σε δύο μέρη:




Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Παρουσίαση εργασίας τελειοφοίτων: Mirrors - Manual for combating antigypsyism through human rights education



H εργασία εκπονήθηκε από τις φοιτήτριες του Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης:


Αλεξάκη Ειρήνη                   
Γαλάνη Σεβαστή                 
Ντεστάκου Νίκη                   
Λαγκώνη Ελένη                                           
Κατσιάνη Κυπαρισία                              
Τομαρά Δήμητρα               
Τσακκίρη Ιωάννα             
Οικονόμου Σοφία                  
Κατσή Δήμητρα                 
Μακρή Αθανασία                 
Πεζουβάνη Μαρία                
Στρουμπάκη Ειρήνη-Χρυσοβαλάντου 


 στο πλαίσιο του μαθήματος: Εφαρμοσμένη Διδακτική της Ιστορίας (Πρακτική Γ’ Φάση).




Δείτε την παρουσίαση: εδώ



Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες που ένα θύμα του Ολοκαυτώματος έθαψε ως αποδεικτικό στοιχείo


Σε ένα εβραϊκό γκέτο της Πολωνίας ένας φωτορεπόρτερ φωτογραφίζει από το 1940 μέχρι το 1944 με κίνδυνο της ζωής του για να αφήσει ένα ιστορικό αρχείο του μαρτυρίου τους.


O εβραϊκής καταγωγής Πολωνός φωτορεπόρτερ Henryk Ross (1910 - 1991) ήταν ένας από τους 877 επιζώντες του γκέτο Lodz της Πολωνίας όπου περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι έζησαν έγκλειστοι από τους ναζί μεταξύ του 1940 και του 1945. Ο Ross ήταν ο επίσημος φωτογράφος του γκέτο το οποίο διηύθυνε το καθοδηγούμενο από το ναζιστικό καθεστώς Εβραϊκό Συμβούλιο. Ήταν ένας από τους προνομιούχους του γκέτο, υπεύθυνος για τις φωτογραφίες των επίσημων εγγράφων αλλά και για τις εικόνες προπαγάνδας που προωθούσαν την παραγωγικότητα του γκέτο. Ανεπίσημα και με μεγάλο κίνδυνο της ζωής του ο Ross κατέγραφε την ωμή πραγματικότητα και την τραγωδία της καθημερινής ζωής στο γκέτο με αποκορύφωμα τις χιλιάδες απελάσεις στα στρατόπεδα θανάτου της Πολωνίας. 

Τα πρώτα δύο χρόνια ο Ross κυκλοφορούσε ελεύθερα με τη κάμερά του. Φωτογράφιζε τους Εβραίους που δούλευαν στα 100 και πλέον εργοστάσια της περιοχής, την εβραϊκή αστυνομία που απολάμβανε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης από τους εργάτες αλλά και τη ζωή στους γεμάτους με συρματοπλέγματα δρόμους του γκέτο. Μετά το 1941 φαίνεται ότι προσπαθεί να κρυφτεί. Τραβάει τις φωτογραφίες του από περίεργες γωνίες· πίσω από πόρτες, μέσα από χαραμάδες ή μέσα από το παλτό του χωρίς να έχει οπτική επαφή με το βιζέρ του. Παρόλη τη δυσκολία ο Ross κατάφερε να καταγράψει το τεράστιο πλήθος που μαζευόταν στα καθημερινά συσσίτια, τα παιδιά που έσκαβαν το χώμα αναζητώντας τροφή ή ξύλα για να ζεσταθούν και λίγο αργότερα το 1942- όταν θα αρχίσουν οι πρώτες "μετεγκαταστάσεις" όπως τις χαρακτήριζε το ναζιστικό καθεστώς- τα φορτωμένα, με παιδιά κάτω των 10 ετών και ηλικιωμένους άρρωστους κάρα, που τα οδηγούσαν στο Chelmno, ένα στρατόπεδο θανάτου 30 μίλια μακρυά. 


"Λίγο πριν το κλείσιμο του γκέτο έθαψα τα αρνητικά μου, ώστε να βρεθεί κάποια καταγραφή της τραγωδίας μας, δηλαδή της πλήρους εξάλειψης των Εβραίων του Lodz από τους δήμιους των Ναζί. Φοβόμουν την ολική εξαφάνιση των Πολωνών Εβραίων. Ήθελα να αφήσω ένα ιστορικό αρχείο του μαρτυρίου μας."


Το καλοκαίρι του 1944, όταν πια ήταν βέβαιο ότι η Γερμανία θα χάσει τον πόλεμο, ξεκίνησε η εκκαθάριση του γκέτο. Ο Ross, ο οποίος μέχρι τότε είχε γλιτώσει από τη διαδικασία "μετεγκατάστασης" λόγω της εργασίας του, είδε το τέλος να έρχεται και προβλέποντας "την ολική εξαφάνιση των Εβραίων της Πολωνίας" όπως ο ίδιος παραδέχτηκε αρκετά χρόνια αργότερα, έθαψε περισσότερα από 6.000 αρνητικά και φωτογραφίες συσκευασμένα μέσα σε ένα ξύλινο δοχείο. «Λίγο πριν το κλείσιμο του γκέτο έθαψα τα αρνητικά μου, ώστε να βρεθεί κάποια καταγραφή της τραγωδίας μας, δηλαδή της πλήρους εξάλειψης των Εβραίων του Lodz από τους δήμιους των Ναζί. Φοβόμουν την ολική εξαφάνιση των Πολωνών Εβραίων. "Ήθελα να αφήσω ένα ιστορικό αρχείο του μαρτυρίου μας". Ο Ross επέστρεψε στο αρχείο του το 1945 μετά την απελευθέρωση του γκέτο από τον Κόκκινο Στρατό και βρήκε ότι τουλάχιστον ο μισός από το θαμμένο θησαυρό του είχε αντέξει την φθορά και την υγρασία του εδάφους.

«Το γεγονός ότι αυτές οι φωτογραφίες επέζησαν είναι από μόνο του ένα θαύμα» λέει η Kristen Gresh, η επιμελήτρια στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης όπου στις 25 Μαρτίου έγιναν τα εγκαίνια της έκθεσης "Memory Unearthed: The Lodz Ghetto Photographs of Henryk Ross". Στην έκθεση παρουσιάζονται περισσότερες από 200 δυνατές φωτογραφίες του Ross προσφέροντας μια εξαιρετικά σπάνια ματιά στη σκοτεινή αυτή ιστορική περίοδο και στη ζωή μέσα στο γκέτο του Lodz κατά τη διάρκεια του 1940-1944.


Oι φωτογραφίες


Παιδιά μεταφέρονται στο στρατόπεδο θανάτου του Chelmno (μετονομάστηκε σε Kulmhof), 1942. 


Άνδρες κουβαλάνε το ψωμί. 1942.

Ο Ross εξοικονομούσε φιλμ για τις δικές του φωτογραφίες με διάφορα έξυπνα τεχνάσματα. Ένα απ' αυτά είναι ότι για φωτογραφίες ταυτότητας, φωτογράφιζε ταυτόχρονα 12 ανθρώπους οργανωμένους σε 3 τετράδες. Στη συνέχεια αρκούσε ένα απλό κροπάρισμα στο κάθε πρόσωπο.

Παιδιά συνομιλούν πίσω από τα συρματοπλέγματα στις κεντρικές φυλακές της οδού Czarnecki λίγο πριν την απέλασή τους, 1940-42. 

Άντρας περπατάει στο χιόνι μπροστά από τα ερείπια της συναγωγής που κατέστρεψαν οι Γερμανοί το 1939, 1940. 


Γυναίκα πίσω από τα συρματοπλέγματα, 1942.

Δρόμος. 1942.

Γυναίκα πίσω από τα συρματοπλέγματα, 1942.

Ομάδα ανδρών τρώνε τη σούπα του συσσιτίου, 1940-44. 


Γυναίκα με το παιδί της (οικογένεια αστυνομικού του γκέτο), 1940-42. 

Νεαρό κορίτσι, 1940-44. 




Αστυνομικοί του γκέτο συνοδεύουν πολίτες που απελαύνονται, 1942-44. 


Ξεθάβοντας τα αρχεία τον Μάρτιο του 1945. 

Πηγή: εδώ