Σ΄ ένα κόσμο χωρίς μαγεία, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς θεό και μοναδική αλήθεια, σε ένα κόσμο χαώδη και κατακερματισμένο, πώς μπορεί η ιστορία να είναι ή να φαντάζει επική; Ούτε και να καμώνεται μπορεί. Στη νεότητά της η ιστορία υπήρξε επική. Τώρα όμως στην ωριμότητά της δεν μπορεί παρά να είναι ειρωνική, σαρκαστική, σχετικιστική, τραγική. Ίσως οι επικοί τρόποι να ξανακάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστοριογραφίας όταν φουσκώσουν και πάλι τα πανιά των οραματισμών και το ποτάμι της δικαιοσύνης κυλήσει ορμητικό, όταν οι άνθρωποι πιστέψουν στις δυνάμεις τους και εκφράσουν τη συλλογική σκέψη και δημιουργικότητά τους, όταν κατορθώσουν να λυτρωθούν από το άγος και το άχθος του παρελθόντος, όταν η ουτοπία αρχίσει να θαμποχαράζει.



«Η ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει. Μπορεί, επίσης, να είναι πολύ επικίνδυνη. Είναι περισσότερο σώφρον να αντιμετωπίζουμε την ιστορία όχι ως σωρό νεκρών φύλλων ή συλλογή σκονισμένων έργων τέχνης, αλλά ως μικρή λίμνη, μερικές φορές ευεργετική, συχνά θειούχο, που, χωμένη κάτω από το παρόν, διαμορφώνει σιωπηλά τους θεσμούς μας, τον τρόπο που σκεπτόμαστε, το τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει. Απευθυνόμαστε σε αυτήν [....] για επιβεβαίωση, για να πάρουμε μαθήματα και πληροφορίες. Η επιβεβαίωση, είτε πρόκειται για προσδιορισμό της ταυτότητας ομάδων, για αιτήματα ή για δικαίωση, σχεδόν πάντοτε προκύπτει από τη χρήση του παρελθόντος. [...] Το παρελθόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν για όλα τα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε στο παρόν. Κάνουμε κακή χρήση του όταν δημιουργούμε ψέματα για το παρελθόν ή γράφουμε την ιστορία με τρόπο που να παρουσιάζεται μόνο η δική μας άποψη».

Margaret Macmillan, Χρήση και κατάχρηση της ιστορίας, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα – Ψυχογιού, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012, 11 [πρώτη έκδοση στην αγγλική γλώσσα 2009]


«Σ’ έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες η ιστοριογραφία μπορεί να κινηθεί προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις». Georg Iggers.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Μνήμη: φάρμακο ή φαρμάκι; - Άρθρο στην εφημερίδα "Το Βήμα"



Μνήμη: φάρμακο ή φαρμάκι;

Γιώργος Κόκκινος


Το Ολοκαύτωμα δεν είναι αποκλειστικά και μόνο, αλλά μάλλον είναι κυρίως η ιστορία της πρωτόγνωρης και βιομηχανοποιημένης γενοκτονικής βίας που εξαπέλυσε ο ναζισμός εναντίον πρωτίστως των Εβραίων, αλλά και άλλων φυλετικών (Τσιγγάνοι), θρησκευτικών (μάρτυρες του Ιεχωβά), εθνοπολιτισμικών (Ρώσοι, Πολωνοί), κοινωνικών (ασθενείς που υπέστησαν ευθανασία) και πολιτικών (κομμουνιστές, αντιφρονούντες) ομάδων ή ομάδων με ιδιαίτερο σεξουαλικό προσανατολισμό (ομοφυλόφιλοι άνδρες και ομοφυλόφιλες γυναίκες) ή «αποκλίνουσα» συμπεριφορά (ιερόδουλες, "αντι-κοινωνικά στοιχεία"). Ομάδων, τις οποίες είχε στοχοποιήσει η ναζιστική ιδεολογία και η ψευδοεπιστήμη της αρνητικής ευγονικής ως φορείς νοσηρότητας, απειλής και αποσταθεροποίησης του «κοινωνικού και πολιτικού καθεστώτος».

Το Ολοκαύτωμα είναι όμως ταυτόχρονα -σε μικρότερο οπωσδήποτε βαθμό- και η ιστορία της αντίστασης των θυμάτων στη ναζιστική μηχανή έκλυσης φόβου και συσσωρευτικής βίας εναντίον αμάχων πληθυσμών λόγω της ίδιας της ύπαρξής τους. Είναι και η ιστορία της διάσωσης των Εβραίων, με την πολλαπλότητα των μορφών που αυτή έλαβε. Ειδικότερα στην Ελλάδα οι μορφές και τα κίνητρα της διάσωσης κυμαίνονται από την ενστικτώδη αντίδραση των ίδιων των στοχοποιημένων λόγω της ταυτότητάς τους ανθρώπων ή τη διαφυγή μέσω των δικτύων του ΕΑΜ ή άλλων αντιστασιακών οργανώσεων, καθώς και τη διευκόλυνση αρμόδιων κρατικών, εκκλησιαστικών ή αυτοδιοικητικών φορέων, έως τον ανθρωπιστικό ιδεαλισμό και την αυτοθυσία, τη φιλία ή την κοινωνική και επαγγελματική αλληλεγγύη. Επίσης όμως οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το μερίδιο της σκοπιμοθηρικής οικονομικής δοσοληψίας δεν ήταν ευκαταφρόνητο στις απόπειρες διάσωσης, επιτυχείς ή αναποτελεσματικές. Γενικότερα, θα λέγαμε ότι η ίδια η διάσωση είχε ρητά ή υπόρρητα πολιτισμικά, ταξικά και ατομικά χαρακτηριστικά. Είναι ευνόητο ότι ούτε το παιχνίδι της τύχης και οι αιφνίδιες μεταστροφές της δεν μπορεί να αγνοηθεί. Έπαιξε τον δικό του ρόλο στην τελική διάσωση ή, αντίθετα, στην κατάδοση, στον εκτοπισμό, στην εξόντωση...

Αφορμή, σημείο εκκίνησης καλύτερα για τη δημιουργία της ταινίας υπήρξαν δυο γεγονότα: η πρώτη διεθνής συνάντηση των 1600 περίπου «κρυμμένων παιδιών» του Ολοκαυτώματος που έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη το 1991 και βεβαίως η σχετική έκθεση που οργάνωσε αργότερα το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος. Επρόκειτο για τον κύριο θεσμικό συμπαραστάτη του Βασίλη Λουλέ στη μακρά και γόνιμη διανοητική περιπέτεια που επακολούθησε.

Αν και στην ταινία του Βασίλη Λουλέ προεξάρχει ο χαρακτήρας της ιστορικής τεκμηρίωσης με επίκεντρο τις αφηγήσεις ζωής πέντε ελληνόπουλων εβραϊκής καταγωγής που διέφυγαν τον εκτοπισμό και τη θανάτωση στους θαλάμους αερίων, εντούτοις δεν αποκρύπτεται διόλου η ιδιαιτερότητα της προσέγγισης του δημιουργού της, τόσο η εγγενής μυθοπλαστική διάσταση όσο και οι αξιακές και επιστημολογικές προκείμενες του δύσκολου εγχειρήματος. Με άλλα λόγια, δεν επιχειρείται η ταύτιση ερμηνείας και ιστορικής πραγματικότητας. Ο σκηνοθέτης εκθέτει τεχνηέντως τις προκείμενες και την ιστορικότητα της δικής του πρόσληψης και αναπαράστασης, τις πολλαπλές διαμεσολαβήσεις που συναρθρώνουν το έργο τέχνης που συνομιλεί με την ιστορία.

Πρόκειται για μια έκκεντρη ανάγνωση της ιστορικής εμπειρίας του Ολοκαυτώματος επειδή ακριβώς ο δημιουργός της ταινίας επιλέγει να αποκλίνει από τον κανόνα, δηλαδή να μη μας μιλήσει ούτε για τα θύματα των ναζιστικών στρατοπέδων ή των μαζικών εκτελέσεων ούτε για τους θύτες ούτε για τους επιζώντες μάρτυρες του γεγονότος, αλλά για τη διάσωση, την απόκρυψη και τη σωτηρία. Επικεντρώνοντας στο παιδικό βλέμμα, κάνει λόγο για τη δημιουργία του ιστορικού τραύματος, για τον αγώνα να τιθασευτεί η οδύνη της τραυματικής μνήμης, για την αντιστάθμιση της δημιουργικής βούλησης απέναντι στη μελαγχολία των αρνητικών βιωμάτων, για την κοινωνική κατασκευή και την αναπλαισίωση της μνήμης, για τη εμπρόθετη ή λανθάνουσα διαγενεακή μεταβίβαση του τραύματος, για την επιλεκτική λήθη, για το καθήκον μνήμης, την ιστορική δικαιοσύνη, το δυνατό ή αδύνατο της μεταμέλειας, την αναγκαιότητα της καταλλαγής των παθών ή της υπέρβασης του μίσους που εξακολουθεί σε πολλές περιπτώσεις να στοιχειώνει, μετά την παρέλευση πολλών δεκαετιών, τη σχέση θύτη και θύματος.

Ο Λουλές επιλέγει να αφηγηθεί την πεντάπτυχη σπονδυλωτή ιστορία του από την οπτική γωνία του δυνητικού θύματος που τελικά διασώζεται. Ωστόσο, η καταστατική αυτή επιλογή δεν ακυρώνει τα άλλα πιθανά μονοπάτια πρόσβασης στο μεταλλείο του παρελθόντος. Έστω διαθλασμένα μέσα από την αφήγηση των ανθρώπων που καταθέτουν τη μαρτυρία τους γίνεται λόγος και για τους κατακτητές-θύτες και για τους εκτοπισμένους (τους πολλούς που βρήκαν τον θάνατο και τους ελάχιστους που επέστρεψαν στη γενέθλια «πόλη των φαντασμάτων») και για όσους ταύτισαν τη σωτηρία τους με την ενεργητική αντίσταση και για τις κατηγορίες των ανθρώπων που συγκρότησαν τα δίκτυα διάσωσης, αλλά και για τους καταδότες και τους πρόθυμους συνεργάτες των δημίων, που κατάγγελλαν τους συμπολίτες τους είτε από καιροσκοπισμό είτε από ιδιοτελή κίνητρα είτε από αντισημιτική ιδεοληψία.
Στην ταινία αυτή η μνήμη του Ολοκαυτώματος περνά μέσα από τον καθρέφτη της ατομικής αυτογνωσίας και της ψυχικής και διανοητικής περιπέτειας των πέντε πρωταγωνιστών και των οικογενειών τους.

Ίσως πάντως η μεγαλύτερη υπηρεσία που προσφέρει στη συλλογική μας αυτοσυνειδησία ο Βασίλης Λουλές να είναι το γεγονός ότι ενσαρκώνει και θεματοποιεί κάτι έως τώρα αδιόρατο, δηλαδή για πολλούς «ανύπαρκτο»: καλύπτει επιτέλους το κενό της έλλειψης μαρτυριών και μάλιστα κινηματογραφικών για τον τρόπο που βίωσαν οι επιλεγμένοι μάρτυρές του τη ναζιστική απειλή, τον επικρεμάμενο έσχατο κίνδυνο, την τελική διάσωση και τις περιπέτειές της. Ως παιδιά, κατ' αρχάς, και τώρα πλέον ως ηλικιωμένοι ή γέροντες που ανακαλούν και αναθυμούνται τα γεγονότα ανασυγκροτώντας στην ουσία την ίδια τους την ταυτότητα και κληροδοτώντας στους επιγενόμενους το θετικό αξιακό φορτίο της αρνητικής εμπειρίας τους. Από την άποψη αυτή, ο Λουλές κάνει πράξη την παρότρυνση του Marc Ferro: σαν ιστορικός του παρόντος χρόνου προσφεύγει στις τεχνικές της προφορικής ιστορίας για να «επινοήσει» τις ιστορικές του πηγές, αυτές που μπορούν να απαντήσουν στα αγωνιώδη, ταυτόχρονα όμως καινοφανή ερωτήματά του και ευρύτερα στην ιστορική ευαισθησία του, επιτρέποντας, παράλληλα, την ανάπλαση ενός ολόκληρου βιόκοσμου, το πριν και το μετά των βασάνων, τον χώρο της εμπειρίας και τον ορίζοντα των προσδοκιών, το παρελθόν και το μέλλον του παρελθόντος τους. Επιπλέον, ακριβώς επειδή χρησιμοποιεί τον πολυσημειωτικό κώδικα του κινηματογράφου, ο σκηνοθέτης καταγράφει όχι μόνο τον λόγο και τον σκληρό πυρήνα της μαρτυρίας τους, την πολλαπλά διαθλασμένη και αναπλαισιωμένη μνήμη, αλλά, ταυτόχρονα, τις ασυναίσθητες κινήσεις του σώματος των μαρτύρων, τους δισταγμούς, τα χάσματα του λογικού ειρμού και της αφήγησης, τις εύγλωττες παύσεις τους στη διήγηση, τη γλώσσα του προσώπου και ειδικά του βλέμματος όταν αρχίζει να αναδύεται επώδυνα στην επιφάνεια του συνειδητού η φραγμένη μνήμη του τραύματος διεκδικώντας δειλά ή με πάθος κατά περίπτωση τόσο δημόσια ορατότητα, αναγνώριση, όσο και ιστορική δικαιοσύνη. Ή όταν καταθέτουν την ηθική οφειλή στους σωτήρες τους ή επίσης όταν κάνουν λόγο για τους θύτες τους. Πόσο εντυπωσιάζει η επεξεργασία του τραύματος που καταλήγει στην άρση του μίσους χωρίς όμως το θύμα να συγχωρεί και πολύ περισσότερο πόσο καίρια είναι η ενεργοποίηση της μνήμης των μαρτύρων, δηλαδή η διαρκής τους στράτευση στον αγώνα εναντίον των σύγχρονων φαντασμάτων του δεξιόστροφου ολοκληρωτισμού!

Ο Λουλές είναι εξαιρετικά προσεκτικός και ταυτόχρονα διακριτικά επίμονος στους χειρισμούς του απέναντι στους πληροφορητές του. Αποφεύγει και την ταύτιση μαζί τους, αυτό που θα ονομάζαμε μεταβίβαση (συνειδητή ή ασύνειδη) της τραυματικής εμπειρίας, παράλληλα όμως και την αντιμεταβίβαση υπό τη μορφή της ψευδαίσθησης ότι μπορεί με τις τεχνικές του να καταστήσει δυνατή τη ριζική αποστασιοποίηση από τη μνημονική επιτέλεση και το συναισθηματικό φορτίο των πληροφορητών. Δεν διεκδικεί αξιωματικά ούτε την γάργαρη αμεσότητα της έκφρασης ούτε τη μέθεξη, ενώ συγχρόνως απορρίπτει τη θετικιστική και αποστειρωμένη αξιολογική ουδετερότητα που δήθεν διασφαλίζει προγραμματικά την αντικειμενικότητα της αναπαράστασης. Γνωρίζει ότι κάθε αφήγηση, κάθε αναπαράσταση, κάθε ερμηνεία είναι κατασκευή. Στην πραγματικότητα ο σκηνοθέτης μας κινείται σαν ακροβάτης πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Λειτουργεί και πάλι κατά τρόπο ανάλογο με τον ιστορικό του παρόντος χρόνου: συναισθάνεται βεβαίως την οδύνη των παρ' ολίγον θυμάτων, η οποία εκλύεται από ένα παρελθόν που εξακολουθεί να στοιχειώνει το παρόν. Και γι' αυτό συμπάσχει. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι υποχρεωμένος να θωρακιστεί απέναντι στην παράξενη γοητεία της μεταβίβασης του τραύματος. Σαν άλλος Οδυσσέας -επιτρέψτε μου την αναφορά στο αρχέτυπο- δένεται στο κατάρτι για να μην παρασυρθεί από το τραγούδι των Σειρήνων, από την «ηδονοθηρική απόλαυση» της οδύνης των άλλων, από τη φρικίαση της ακραίας εμπειρίας. Ταυτόχρονα, ωστόσο, αντιλαμβάνεται ότι εάν δεν μπορέσει να απεγκλωβίζει τη φυλακισμένη μνήμη των πληροφορητών του ώστε να την αποτυπώσει στον φακό του, καθιστώντας-την πρώτη ύλη για τους ιστορικούς, αλλά και για τη συλλογική μας επίγνωση, ενδεχομένως να ακυρωθεί η ίδια η ύπαρξη του γεγονότος της διάσωσης. Να συντελέσει δηλαδή ο ίδιος άθελά του σε μια μνημοκτονία, σε μια καίριας σημασίας ιστορική αδικία. Από αυτή την άποψη, η καταγραφή των μαρτυριών έχει τον χαρακτήρα του επείγοντος και της κατηγορικής προσταγής. Αποτελεί την εκπλήρωση ενός ουσιώδους ηθικού και ιστορικού αιτήματος που εκκρεμούσε έως ότου η μεταπολεμική ελληνική κοινωνία «ενηλικιωθεί» και ωριμάσει για να αναμετρηθεί επιτέλους κριτικά και αναστοχαστικά με τα «σημαίνοντα κενά» και τα «μελανά σημεία» της ιστορίας της.
Θέτοντας ερωτήματα, αναζητώντας με τρόπο συστηματικό συνεπείς απαντήσεις, δεσμεύοντας τους ίδιους τους μάρτυρες σε μια οδυνηρή περιπέτεια αυτογνωσίας, από τους κόλπους της οποίας αναδύονται όμως ολόκληροι βιόκοσμοι,  ο Λουλές διατηρεί το παρελθόν ανοιχτό και πορώδες. Γνωρίζει, άλλωστε, ότι η απολίθωση ή η εργαλειοποίηση του χρόνου δεν απονεκρώνει μόνο τη μνήμη, αλλά και την ίδια την ιστορία. Γνωρίζει επίσης ότι ανοιχτό παρελθόν σημαίνει πίστη στο όραμα, βούληση αλλαγής, ιστορική δημιουργικότητα, αναγεννητική σκυταλοδρομία των γενεών.

O Πώλ Ρικέρ με το κλασικό βιβλίο του Μνήμη, Ιστορία, Λήθη (όπου η ιστορία, κυρίως ως επιστημονική πειθαρχία, φαίνεται να παίζει ρόλο ενδιάμεσου αγωγού επικοινωνίας, αλλά και επιδιαιτητή στο «ισοζύγιο της οικονομίας της μνήμης») μας προειδοποιεί για την παθογένεια και τη νοσηρότητα τόσο της υπερβολικής μνήμης, που καταλήγει στην υπερμνησία και στο μίσος, όσο και της υπερβολικής λήθης, που καταλήγει αντιθέτως στην ολική αμνησία και την απάθεια, δηλαδή στην ίδια τη διάλυση της ταυτότητας και της συνείδησης. Με άλλα λόγια, η μνήμη μπορεί να διαδραματίσει διττό ρόλο: να λειτουργήσει σαν φάρμακο, αλλά και στον αντίποδα σαν φαρμάκι. Στη δεύτερη περίπτωση, ο πληθωρισμός της μνήμης» δηλητηριάζει τη σχέση μας με τις τρεις βαθμίδες του χρόνου, εφόσον εγκαθιδρύει τη μονοκρατορία του παρελθόντος. Και μάλιστα ενός παρελθόντος συνήθως τραυματικού ή επίμαχου, το οποίο κυλά στις φλέβες μας σαν διαλυτική τοξίνη στοιχειώνοντας το παρόν, τη σχέση μας δηλαδή με τον εαυτό μας και τους «άλλους», και αποσυνθέτοντας την ιστορική δημιουργικότητα των κοινωνιών. Ενίοτε, στη μνήμη των θυματοποιημένων ομάδων, το ιστορικό τραύμα μετασχηματίζεται είτε σε εκκοσμικευμένη θρησκεία, σε λατρεία του εαυτού ως προνομιακού εξιλαστήριου θύματος της Ιστορίας, είτε σε μια επίγνωση ριζικής απώλειας του ιστορικού νοήματος. Είναι γνωστό ότι πολλοί από όσους κατηγόρησαν τον Ρικέρ, επικέντρωσαν την πολεμική τους ακριβώς στις έννοιες της «δίκαιης μνήμης» και της «δύσκολης συγχώρεσης», θεωρώντας, ειδικότερα, ότι αποτρόπαια μοναδικά ιστορικά γεγονότα, που η κατανόησή τους διασπά κάθε σημειωτικό πλαίσιο και ερμηνευτικό κώδικα, δεν μπορεί και δεν πρέπει να προσεγγίζονται με τα αναλυτικά εργαλεία που προσφέρει η εννοιολογική εργαλειοθήκη του Ρικέρ.

Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι, αντίθετα με την πολεμική αυτή, η επικαιρότητα και η «θεραπευτική» δραστικότητα της ιστορικής σκέψης του γάλλου φιλοσόφου θα πολλαπλασιάζεται με την πάροδο των χρόνων. Ειδικά στις μέρες μας που η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της, μια κρίση που οδηγεί στην αναβίωση ιστορικών τραυμάτων, στον ανταγωνισμό μνημών, στην ποινικοποίηση των απόψεων για το ιστορικό παρελθόν και στη γενικευμένη μνησικακία, σύμπτωμα της οποίας μπορεί να θεωρηθεί κατά ένα μέρος και ο νεοναζιστικός αναθεωρητισμός, χρειαζόμαστε όσο ποτέ άλλοτε τον παρηγορητικό και απελευθερωτικό στοχασμό του Ρικέρ. Ο Ρικέρ δεν μας καλεί να λησμονήσουμε χωρίς όρους και όρια ούτε να διαγράψουμε το παρελθόν που εξακολουθεί να μας προβληματίζει και να μας διχάζει. Κάνει λόγο για μια «δημιουργική», για μια αναζωογονητική λήθη που διευκολύνει τη συνειδητή πάλη για την αλλαγή του κόσμου.

Προφανώς και δεν αμφισβητεί την ιδρυτική συνθήκη που έχει διαμορφώσει η μνήμη του Ολοκαυτώματος και συνεπώς την κανονιστική σημασία που έχει το Ολοκαύτωμα στον ευρωπαϊκό κυρίως κόσμο, στους κοινοτικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ίδια τη σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών. Απεναντίας, θα έλεγα ότι μας καλεί να μην υποτάσσουμε την ιστορική αλήθεια στις σκοπιμότητες των πολιτικών ταυτότητας, να συντηρούμε την ιερή μνήμη των θυμάτων, αλλά και, από την άλλη πλευρά, να μην εθιζόμαστε στη σαγήνη της αυτάρεσκης οδύνης. Μας καλεί να προσπαθούμε να επουλώσουμε το τραύμα αναγνωρίζοντας όμως, ταυτόχρονα, ότι το ίχνος του δεν θα εξαλειφθεί ποτέ και ότι η κριτική αναμέτρηση με το σκοτεινό παρελθόν δεν σταματά ποτέ.

Κατά κάποιο τρόπο, το σημαντικότερο επίτευγμα της ταινίας του Βασίλη Λουλέ είναι ότι ακολουθώντας την προειδοποίηση του Ρικέρ μας καθιστά κοινωνούς μιας τραυματικής μνήμης που λειτουργεί ευτυχώς σαν φάρμακο και όχι σαν φαρμάκι. Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, δηλαδή για την ιδιαίτερη ιστορική της σημασία, ταυτόχρονα όμως και για τη μαστοριά, τη διακριτικότητα, την ευαισθησία, την αισθητική της πληρότητα, αλλά και για την πρωτοτυπία και την ερευνητική συστηματικότητα και ευσυνειδησία που τη διαποτίζουν, η ταινία του Βασίλη Λουλέ αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, μια κατάκτηση του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, όπως επίσης μια καίρια πράξη πολυπρισματικής ιστορικής αυτοσυνειδησίας, ένα μήνυμα αντίστασης στην επελαύνουσα παθογένεια της νεοναζιστικής μνημοκτονίας. Γιατί ο φασισμός δεν ηττάται μόνο στους δρόμους ή με την εκλογική διαδικασία. Ηττάται και όταν πολιτισμικά δημιουργήματα σαν την ταινία «Φιλιά εις τα παιδιά» συμβάλλουν αποφασιστικά στη συγκρότηση ιδεολογικής ηγεμονίας, στη διαμόρφωση των όρων της συλλογικής ιστορικής αυτογνωσίας.

*Ο κ. Γιώργος Κόκκινος είναι Καθηγητής Διδακτικής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Εκμετάλλευση, φασιστική βία και κοινωνική εκκαθάριση: μια μελέτη για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο από μια συγκριτική σκοπιά


Εκμετάλλευση, φασιστική βία και κοινωνική εκκαθάριση: μια μελέτη για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο από μια συγκριτική σκοπιά

Javier Rodrigo
   Mετάφραση: Διαμάντης Θεόφιλος















Εγκλεισμός


Η συγκεκριμένη πραγματικότητα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το πλαίσιο του και αυτό το πλαίσιο ήταν και εθνικό και υπερεθνικό. Εκείνο που χαρακτήρισε τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο - κοινωνική κατάρρευση, αμοιβαία βία, η εμφύλια σφαίρα ως πρωτεύον και πρωταρχικός στόχος, τιμωρία των αμάχων ως ο κύριος στρατιωτικός στόχος, υπερβολική βία στο εσωτερικό μέτωπο και απέλαση του εχθρού (πραγματικού, δυναμικού, φανταστικού, ιδανικού) από την civitas - δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ιστορική περίοδο ή να θεωρηθεί αποκλειστικά Ισπανικό. Αυτή η μεγάλης κλίμακας, μακροχρόνια σύγκρουση – μόνο συγκρίσιμη στο χρόνο, ως προς άλλους εμφυλίους πολέμους του εικοστού αιώνα, με τη Ρωσική σύγκρουση του 1918-22 – πρέπει να αναλυθεί εντός των ιστορικών και ερμηνευτικών κατηγοριών που προήλθαν από τα χρόνια του μεσοπολέμου. Ο φασισμός, ο αντι-φασισμός, η κινητοποίηση για συνολικό πόλεμο, η τρομοκρατία, ο πόλεμος εξόντωσης ή σε αυτή την περίπτωση το στρατόπεδο συγκέντρωσης, είναι όλα τόσο ιστορικές διαδικασίες όσο και κατηγορίες που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή εμπειρία του πολέμου, της βίας, του εγκλεισμού και της εξάλειψης του εχθρού. Πρέπει επίσης να εφαρμοστούν σε οποιαδήποτε ερμηνεία του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου.


   Στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως αυτά ορίστηκαν από τις αρχές εκείνης της περιόδου - όχι
απλά κέντρα κράτησης - άρχισαν να λειτουργούν στα τέλη του 1936 στην Ισπανία του Φράνκο εντός του πλαισίου ενός μεγάλου και ολοκληρωτικού πολέμου. Δημιουργήθηκαν για να βοηθήσουν να τυποποιηθεί η αντιμετώπιση των αιχμαλώτων πολέμου: να ασκούν, να  ταξινομούν, να αναμορφώνουν και να επαναχρησιμοποιούν, επίσης να βασανίζουν και να κάνουν πλύση εγκεφάλου στους άνδρες αιχμαλώτους πολέμου. Οι γυναίκες είχαν αφαιρεθεί από την πρώτη γραμμή του Δημοκρατικού Στρατού πριν από το τέλος του 1936. Η μορφή του στόχου ήταν σαφής από την αρχή: μόνο αιχμάλωτοι πολέμου που συνελήφθησαν σε κινήσεις στρατιωτικού ελέγχου ή αυτοί που είχαν παραδοθεί στο στρατό του Φράνκο ή λιποτάκτες που περίμεναν πολιτική και στρατιωτική ταξινόμηση, προκειμένου να σταλούν πίσω στις πρώτες γραμμές. Ο πληθυσμός κυμαινόταν λόγω του στρατιωτικού χαρακτήρα της αιχμαλωσίας, αλλά ο μέσος χρόνος που περνούσαν στα στρατόπεδα ήταν περίπου έξι μήνες, σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα. Ωστόσο, υπήρχαν πολλές εξαιρέσεις.

   Η ιστορική πορεία των στρατοπέδων του Φράνκο δεν ήταν γραμμική, ούτε ήταν πάντα συνεκτική. Τα στρατόπεδα δεν περιλαμβάνονταν στα σχέδια των στασιαστών κατά της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, δημιουργήθηκαν για την κάλυψη της ανάγκης να φιλοξενηθούν οι αυξανόμενοι αριθμοί των κρατουμένων. Τα πρώτα έξι στρατόπεδα χρονολογούνται έως τον Νοέμβριο του 1936 και ήταν θεσμοθετημένα σε ένα πλαίσιο πλήρους νομοθετικής ασάφειας σχετικά με τη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου που κράτησε μέχρι τον Απρίλιο 1937. Στην πραγματικότητα, οι ίδιες οι στρατιωτικές αρχές δεν είχαν σαφήνεια για το τι ήταν ένα στρατόπεδο πριν από τα μέσα του 1937. Εκ των υστέρων, μπορούμε να ορίσουμε τα Ισπανικά στρατόπεδα από το τι δεν ήταν. Δεν ήταν ούτε φυλακές ούτε εγκαταστάσεις σωφρονιστικού συστήματος, δεδομένου ότι η εφαρμογή της ποινής ή μια δικαστική τιμωρία όπως ορίζεται από ένα πολιτικό ή στρατιωτικό δικαστήριο δεν ήταν μεταξύ των λειτουργιών τους. Ούτε ήταν στρατόπεδα εξόντωσης. Δεν υπάρχουν καθόλου επίσημα στοιχεία σχετικά με αριθμούς θανάτων, αλλά έχουν εκτιμηθεί μεταξύ 5000 και 10000 με παρέκταση από τους αριθμούς από στρατόπεδα, όπως τα San Pedro de Cardena, Miranda de Ebro (Burgos), La Santa Espina (Valladolid) και San Juan de Mozarrifar (Zaragoza). Η κατηγοριοποίηση της συστηματικής τρομοκρατίας που εφαρμόστηκε από τους επαναστάτες στην Ισπανία ως γενοκτονία είναι περισσότερο από αμφισβητήσιμη. Ωστόσο, ακόμη και αν υπήρχε γενοκτονία στην Ισπανία του Φράνκο, αυτό δεν συνέβη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα στρατόπεδα στήθηκαν για να μετατρέψουν τα ανθρώπινα όντα και όχι για να τα εξαλείψουν.    

   Πάνω απ' όλα, τα στρατόπεδα λειτούργησαν σε σχέση με το λόγο και την πρακτική της βίας. Το πρωταρχικό ιστορικό και ερμηνευτικό πλαίσιο για την ιστορία των στρατοπέδων υποχώρησε εξαιτίας της ιστορίας της Επαναστατικής πολιτικής τρομοκρατίας. Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος πολεμήθηκε στις πρώτες γραμμές, αλλά χάθηκε (και κερδήθηκε) στα εσωτερικά μέτωπα, από την πίεση της βίας και της τρομοκρατίας ενάντια στο φυλακισμένο πολιτικό και στρατιωτικό πληθυσμό, σε αυτό που η Hannah Arendt περιέγραψε ως την κοινωνική μορφή του ατομικού φόβου. Λόγω της ριζικής διάλυσης των κλασικών διαφορών μεταξύ του στρατιωτικού και του άμαχου, μεταξύ πολεμιστή και μη-πολεμιστή, ο άμαχος έγινε ο πολεμιστής και, συνεπώς, ένας υψηλής προτεραιότητας στόχος του πολέμου. Το πρώτο αποτέλεσμα του κρατικού πραξικοπήματος του Ιουλίου του 1936 και της λογικής της εξόντωσης του αντιπάλου ήταν η εγκαθίδρυση πολιτικών για εκκαθάριση του εσωτερικού μετώπου μέσω της εξάλειψης. Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της σύγκρουσης, όταν το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών δολοφονιών έλαβε χώρα, υπήρξαν περισσότεροι θάνατοι στο εσωτερικό μέτωπο από ό,τι στις πρώτες γραμμές. Το συνολικό ποσοστό θανάτων αμάχων ήταν πάνω από 50%: 167000 απώλειες πολεμιστών έναντι 185000 δολοφονιών στο εσωτερικό μέτωπο (55000 στα Δημοκρατικά εσωτερικά μέτωπα και περίπου 130000 στα εσωτερικά μέτωπα του Φράνκο).

   Μετά την πρώτη φάση ενός βίαιου πραξικοπήματος, την επανάσταση και τον πόλεμο των στηλών, κατά τη διάρκεια των οποίων συνέβησαν οι περισσότερες από τις φασιστικές δολοφονίες και επαναστατική βία, ο Εμφύλιος Πόλεμος όντως ξεκίνησε το Νοέμβριο του 1936. Ήταν ένας πόλεμος εδαφικής εισβολής και κατοχής του εσωτερικού μετώπου του εχθρού, ο οποίος έγινε μια ζώνη τιμωρίας για τους κατοίκους, οι οποίοι υποβλήθηκαν στην εκμετάλλευση των οικονομικών πόρων τους και την πείνα και τις στερήσεις που ακολούθησαν. Αυτά είναι χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού πολέμου, παρόλο που ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος έχει συστηματικά παραλειφθεί από τον κατάλογο των χωρών που εφαρμόζουν την τρομοκρατία ως τακτική. Το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης συνέβαλε σε αυτή την αντίληψη του ολοκληρωτικού πολέμου από την αιματηρή στιγμή που το κρατικό πραξικόπημα έγινε ένας αργός και συστηματικός εμφύλιος πόλεμος, γνωστός ως ο εξοντωτικός πόλεμος του Φράνκο, μεταξύ 1936 και 1937. Σε μια σύγκρουση που προορίζεται να είναι ταχεία και ανελέητη, όπως σχεδιάστηκε να γίνει το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1936, γενικά οι κρατούμενοι σκοτώνονται παρά στέλλονται σε στρατόπεδα. Σε έναν πόλεμο που αναμένεται να είναι παρατεταμένος, οι φυλακισμένοι εγκλείονται, χρησιμοποιούνται και αξιοποιούνται. Στο τέλος του 1936, με τη μερική αποτυχία του κρατικού πραξικοπήματος λόγω της αντίστασης στην κατοχή της Μαδρίτης, η κωδικοποίηση της κατάστασης και η μεταχείριση των κρατουμένων και των δραπετών ξεκίνησε πίσω από τις επαναστατικές γραμμές.

   Πολλές απόψεις εκφράστηκαν εκείνη την εποχή, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των Φαλαγγιτών, ή μελών του φασιστικού κόμματος FE-JONS, το οποίο ολοκληρωτικά ανέλαβε τη υποχρέωση της πολιτικής αναμόρφωσης στα στρατόπεδα. Υποστήριξαν την εφαρμογή του Εθνικού Σοσιαλιστικού μοντέλου των στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους πολιτικούς κρατούμενους. Ωστόσο, δεν ήταν τόσο πολιτικοί κρατούμενοι αλλά αιχμάλωτοι πολέμου οι οποίοι προορίστηκαν να γεμίσουν το δίκτυο των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ήταν η συνεχής σύλληψη και συλλογή των αιχμαλώτων πολέμου που οδήγησε τις στρατιωτικές αρχές να θεσπίσουν ένα εύθραυστο σύστημα εγκλεισμού, αποτελούμενο από μόλις έξι στρατόπεδα. Στη συνέχεια προέκυψε η ανάγκη να διαχωριστούν οι προνομιακοί (και ως εκ τούτου εκμεταλλεύσιμοι) στρατιώτες για τις επαναστατικές γραμμές από εκείνους που εξέτιαν ποινές φυλάκισης ή περίμεναν τη θανατική ποινή μετά από στρατοδικείο, το οποίο έδωσε κίνητρο στη θέσπιση πολιτικών-κοινωνικών μέτρων ταξινόμησης. Τελικά, η πρόθεση να χρησιμοποιηθούν εχθροί κρατούμενοι ή εκείνοι που υποβάλλονται στη διαδικασία κατηγοριοποίησης για να ευνοηθούν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα του κράτους του Φράνκο οδήγησε στην εφαρμογή ενός συστήματος καταναγκαστικής εργασίας, το οποίο από το 1937 θα περιλάμβανε σχεδόν κάθε γεωγραφική περιοχή της Ισπανίας του Φράνκο.

   Έτσι βλέπουμε ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο δεν ήταν ένα αποτέλεσμα της τρομοκρατίας του 1936 και της πολιτικής εκκαθάρισης, αλλά το αποτέλεσμα του συνολικού πολέμου του 1937-9. Η ρύθμιση του συστήματος των στρατοπέδων ήταν συνεχής με τη νομική διάταξη (υποδειγματική, συνοπτική, όχι καθ’ όλα προστατευτική και αμετάκλητη) που θεσπίστηκε από τους Αντάρτες για να διαχειριστούν, να διορθώσουν και να τιμωρήσουν ατομικές και συλλογικές δράσεις κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «κυριαρχίας των Κόκκινων». Μετά από μια σειρά από στρατιωτικές νίκες και προβλέποντας την κατάκτηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού και εκατοντάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων εδάφους, η Γενική Σειρά Κατάταξης του Μαρτίου του 1937 δεσμεύτηκε να καθορίσει τα κριτήρια για την ομαδοποίηση των αιχμαλώτων πολέμου σε Φιλικούς, Επισφαλείς και Εχθρικούς ως προς την αιτία αυτών που εξεγέρθηκαν εναντίον της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Επιτροπές Ταξινόμησης, βολικά εγκατεστημένες εντός των ίδιων των στρατοπέδων συγκέντρωσης, χρησιμοποιούσαν πληροφορίες και ενδείξεις που παρέχονταν από «πατριωτικές οντότητες», όπως οι κληρικοί, η Πολιτοφυλακή και η Φάλαγγα στις πατρίδες των κρατουμένων.

   Οι αιχμάλωτοι πολέμου μπορούσαν είτε να εγκλεισθούν για όσο χρονικό διάστημα χρειαζόταν ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία ταξινόμησής τους είτε, εφόσον ήταν οικονομικά εφικτό για το κράτος του Φράνκο, να παραμείνουν εκεί κρατούμενοι. Το τελευταίο ζήτημα σύντομα επιλύθηκε εύκολα με την υποβολή των κρατουμένων σε καταναγκαστική εργασία. Εκείνοι που κατηγοριοποιήθηκαν ως «Φιλικοί» στάλθηκαν αμέσως πίσω στο μέτωπο, για να πολεμήσουν με το στρατό του Φράνκο. Εκείνοι που βρέθηκαν να είναι «Εχθρικοί» δικάστηκαν πριν από ένα συνοπτικό στρατιωτικό δικαστήριο και στη συνέχεια καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης ή θανάτου. Στο μεταξύ ήταν όλοι εκείνοι που δεν μπορούσαν να διερευνηθούν λόγω έλλειψης αποδείξεων. Ωστόσο, δεδομένου ότι «όλοι ήταν απαραίτητοι για τη Νίκη», οι «Επισφαλείς» υποβλήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία κάτω από μία ψευδο-νομική φόρμουλα προφανώς επηρεασμένη από την φασιστική κοινωνική και εργασιακή θεωρία στην οποία οι κρατούμενοι είχαν επιβαρυνθεί με την υποχρέωση να προσφέρουν εργασία. Η ανάθεση σε Τάγματα Εργαζομένων (το όνομα που δόθηκε στις διμοιρίες καταναγκαστικής εργασίας) δεν εμπεριείχε κανένα είδος δικαστικής ποινής. Ενώ οι κατηγοριοποιήσεις τους υποβάλλονταν σε επεξεργασία, οι αιχμάλωτοι πολέμου απλά υποβάλλονταν σε εργασία. Μέχρι τα μέσα του 1937 τρία Τάγματα Εργαζομένων λειτουργούσαν, αν και ήταν μόνο ένα μέρος από τα δεκάδες που θα έπρεπε να διαμορφωθούν και να αξιοποιηθούν στο εσωτερικό μέτωπο του Φράνκο μέχρι και το 1942.

   Η σταθεροποίηση και η θεσμοθέτηση των στρατοπέδων ήταν κυμαινόμενη και προβληματική. Το 1937, καθώς ο πόλεμος μετατοπιζόταν βόρεια, τα περισσότερα κέντρα εγκλεισμού στήθηκαν στη Ναβάρα, στη Χώρα των Βάσκων, στη Γαλικία και στην Καστίλλη. Ανάμεσά τους ήταν το στρατόπεδο Burgos στη Μονή San Pedro de Cardena, το οποίο σύντομα θα χρησιμοποιούνταν για τους φυλακισμένους από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Νέοι κανονισμοί επέτρεψαν την οργάνωση των πρώτων Ταγμάτων Εργαζομένων τον Ιούνιο του 1937 και νέα στρατόπεδα εγκαταστάθηκαν στα εσωτερικά μέτωπα της Aragon, της Extremadura και της Καστίλλης. Στις 29 Ιουνίου 1937, δύο ημέρες πριν τα στρατεύματα του Φράνκο πλησιάσουν τα όρια της επαρχίας Santander, ο Φράνκο δημιούργησε την Επιθεώρηση των Στρατοπέδων Συγκέντρωσης (ICCP - Inspeccion de Campos de Concentracion), κάτω από την εντολή του Συνταγματάρχη Luis de Martin Pinillos. Αν και δεν έχουν βρεθεί εμπειρικά ή αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν άμεσες σχέσεις ή την πηγή έμπνευσης, αυτό θυμίζει παράξενα τη ναζιστική Επιθεώρηση Eicke του 1934. Στην ICCP δόθηκε αμέσως η ευθύνη για τη μεταχείριση περίπου 11000 ήδη έγκλειστων κρατουμένων. Οι δομές αυτές τέθηκαν υπό κεντρικό έλεγχο ένα χρόνο μετά την έναρξη του πολέμου και πάνω από έξι μήνες μετά την έναρξη των πρώτων στρατοπέδων.

   Με τη δημιουργία της Επιθεώρησης, το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης άλλαξε: από μία προσωρινή φάση πέρασε σε μια φάση σταθεροποίησης και ανάπτυξης. Η τεράστια πλειοψηφία των αιχμαλώτων πολέμου που πιάστηκαν στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου κρατήθηκαν στα στρατόπεδα. Λίγο μετά τη σύστασή της, η ICCP διαχειριζόταν ήδη έναν πληθυσμό φυλακισμένων από περίπου 70000 άνδρες. Μέχρι το 1938 πάνω από 200000 κρατούμενοι είχαν εγκλεισθεί και καταταχθεί, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Μέχρι το τέλος του ίδιου έτους, υπήρχαν 65 Τάγματα Εργαζομένων στο εθνικιστικό μέτωπο, με 34000 κρατούμενους ενσωματωμένους σε μια οικονομία πολέμου που τους υποχρέωνε σε συστηματική καταναγκαστική εργασία. Όταν η νίκη του Φράνκο έγινε ορατή από το 1938 και μετά, αυτοί οι κρατούμενοι, οι «κόκκινοι» και οι «παραπλανημένοι», έγιναν ο πρώτος κρίκος στη μακρά αλυσίδα της ήττας. Τον Ιανουάριο εκείνου του έτους, ο Φράνκο ανέλαβε νέα πρωτοβουλία και έστειλε την ICCP του Martin Pinillos να προετοιμάσει το έδαφος ιδρύοντας στρατόπεδα σε όλη την Αραγονία, την Καστίλλη και την Ανδαλουσία. Με τις εδαφικές προσκτήσεις και τους ελιγμούς του πολέμου, από την κατάρρευση του Μετώπου της Αραγονίας μέχρι την επίθεση της Καταλονίας, ο αριθμός των κρατουμένων που στεγάζονταν στα στρατόπεδα και τους είχε ανατεθεί εργασία στα τάγματα, αυξήθηκε απότομα καθ’ όλη τη διάρκεια του 1938. Μέχρι τα μέσα του έτους, πάνω από 166000 κρατούμενοι είχαν περάσει από τα στρατόπεδα, σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνοντας τις «υγιείς» ικανότητες που συνιστώντο από την ICCP κατά 140 έως 230%. Αυτό δεν έδειχνε να απασχολεί τις αρχές των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Στις αρχές του 1939, αυτού που θα ήταν γνωστό ως το «Έτος της Νίκης», ένα σύνολο από 277103 κρατούμενους στάλθηκαν από την ICCP σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, με 90000 άνδρες σε Τάγματα Εργαζομένων.

   Τα στρατόπεδα του Φράνκο είχαν συσταθεί, όπως απαιτούνταν, συγχρόνως με την άφιξη των αιχμαλώτων πολέμου στο Εθνικιστικό εσωτερικό μέτωπο. Τα πλεονεκτήματα ενός σταθερού δικτύου στρατοπέδων έγιναν προφανή σε σύντομο χρονικό διάστημα: ήταν φθηνότερα, πιο ευέλικτα, πιο επεκτάσιμα και πιο εύκολο να οργανωθούν από μια φυλακή. Σύντομα έγινε αναγκαίο να διαμορφωθούν ειδικοί κανόνες, να εγκλεισθούν οι κρατούμενοι σε ελεγχόμενους χώρους και να στηθούν νέα στρατόπεδα. Στις αρχές του 1939 λήφθηκε η απόφαση να δημιουργηθούν νέα στρατόπεδα για την τελική κατάληψη της Καταλονίας. Κρατούμενοι από την Καταλωνία απομακρύνθηκαν με βάρκες στο απέναντι άκρο της Ιβηρικής Χερσονήσου. Με την πτώση της Βαρκελώνης στις δυνάμεις του Φράνκο στις 26 Ιανουαρίου 1939, πάνω από 180000 κρατούμενοι στοιβάχτηκαν στα στρατόπεδα. Εξήντα νέα προσωρινά κέντρα εγκλεισμού της ICCP συστάθηκαν και γέμισαν όλη την Ισπανία. Καθώς η τελική ήττα της Δημοκρατικών ξεπρόβαλε στον ορίζοντα μετά τον Ιανουάριο, ακόμα μισό εκατομμύριο άνθρωποι βρέθηκαν οι ίδιοι στο δρόμο προς την εξορία στη Γαλλία. Στρατεύματα του Φράνκο κινήθηκαν κατά δημοκρατικών μονάδων και βρήκαν πολύ μικρή δυσκολία για να καταλάβουν τις πόλεις που ήταν ακόμα κατεχόμενες, όπως η Μαδρίτη. Έως την 1η Απριλίου το σύνολο της εθνικής επικράτειας ήταν στα χέρια του Φράνκο. Το σχέδιο του πολέμου του, που διατυπώθηκε τον Νοέμβριο του 1936 υπό το φως της αντίστασης της Μαδρίτης στο κρατικό πραξικόπημα, είχε ως αποτέλεσμα τη νίκη. Η τελική έκθεση του πολέμου του Φράνκο, «Ο κόκκινος στρατός αιχμάλωτος και αφοπλισμένος», ανακοίνωσε επιγραμματικά το τέλος του πολέμου.

   Σε λιγότερο από ένα μήνα ακόμα 140000 φυλακισμένοι εντάχθηκαν στις τάξεις εκείνων που εκκαθαρίστηκαν από τη Νέα Ισπανία. Με μια τέτοια τεράστια καθυστέρηση, η δυναμική της κατάταξης, της καταστολής και της εκμετάλλευσης που ξεκίνησε στις αρχές του 1937 διατηρήθηκε τουλάχιστον μέχρι το 1942, όταν οι αιχμάλωτοι πολέμου δεν ήταν πλέον στην αρμοδιότητα του νικητή στρατού. Μέχρι τότε, τα περισσότερα από τα στρατόπεδα είχαν κλείσει και οι τελευταίοι κρατούμενοι του 1939 είχαν εκπληρώσει το «χρέος» τους προς την Ισπανία του Φράνκο με την προσφορά καταναγκαστικής εργασίας. Πολλοί είχαν πεθάνει πριν αντιμετωπίσουν το εκτελεστικό απόσπασμα στην άμεση μεταπολεμική περίοδο. Πολλοί περισσότεροι είχαν πεθάνει στην φυλακή. Χιλιάδες αφέθηκαν ελεύθεροι με αναστολή και υποβλήθηκαν στην πιο κοντινή, πιο αδίστακτη και ταπεινωτική επιτήρηση από όλες: τον έλεγχο από τους γείτονές τους.

   Οι αριθμοί από μόνοι τους φαίνεται να δείχνουν το εξής: στα στρατόπεδα ICCP μόνο τον Ιούλιο του 1939 υπήρχαν πάνω από 70000 κρατούμενοι, αριθμός ο οποίος δίνει μια ιδέα του πληθυσμού των στρατοπέδων στην άμεση μεταπολεμική περίοδο, ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο μηνιαίος μέσος όρος των εγκάθειρκτων στα στρατόπεδα ήταν συνήθως μεταξύ 35000 και 45000.

   Με το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων, το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης και η ICCP ανασυγκροτήθηκαν. Πολλά στρατόπεδα έκλεισαν το Νοέμβριο του 1939, αφήνοντας σε λειτουργία το μεγάλο στρατόπεδο συγκέντρωσης Miranda de Ebro, μια χούφτα από άλλα κέντρα (εννέα) και ένα δίκτυο καταναγκαστικής εργασίας που διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940. Αλλά η δυσκολία εφαρμογής μιας ταχείας κατάργησης σύντομα έγινε προφανής. Διεθνείς μεταβλητές έπαιξαν επίσης κάποιο ρόλο στην αναγέννηση του συστήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Φράνκο. Δεν ήταν μόνο οι χιλιάδες Ισπανοί που επέστρεφαν από την εξορία, αλλά και ο αυξανόμενος αριθμός των προσφύγων από τη Γαλλία. Μεταξύ 1939 και 1947 υπήρξαν 20000 τρόφιμοι στο στρατόπεδο  Miranda de Ebro, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών προσφύγων (καθώς και των Εβραίων), του Συμμαχικού στρατιωτικού προσωπικού και, προς το τέλος, Γερμανών στρατιωτών από τις μονάδες φύλαξης των συνόρων των Πυρηναίων με την κατεχόμενη Γαλλία το 1944. Αυτά τα κέντρα δεν ήταν πλέον φασιστικά στρατόπεδα που είχαν συσταθεί για έναν εμφύλιο πόλεμο, αλλά για έναν παγκόσμιο πόλεμο. Το ζήτημα των προσφύγων στην Ισπανία έγινε έτσι ένα βασικό στοιχείο στις σχέσεις του Φράνκο και με τη Γερμανία και με τους Συμμάχους. Ο Φράνκο άφησε την πορεία του πολέμου να καθορίσει τη μοίρα της Miranda de Ebro, πρώτα πλαισιώνοντας με τους Γερμανούς και παραδίδοντας κρατούμενους μέσω των γαλλο-ισπανικών συνόρων και αργότερα με τους Συμμάχους.

   Το τελικό κλείσιμο του στρατοπέδου Miranda de Ebro το 1947 έθεσε τέλος στο μοντέλο των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Φράνκο. Αλλά αυτό δεν ήταν το τέλος της καταναγκαστικής εργασίας στην Ισπανία ή των περιφράξεων και των στρατοπέδων που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κατά πάσα πιθανότητα στρατόπεδα εργασίας, όπως αυτά που οργανώθηκαν σύμφωνα με επίσημες δομές, όπως οι Πληγείσες Περιοχές, οι Αποικίες Ποινικών και τα Κλιμάκια Ποινικών. Η διοίκηση του Φράνκο χρησιμοποίησε αυτά για να κατασκευάσει αμυντικές τάφρους και αποθήκες, γέφυρες, ορυχεία, δρόμους, υδροηλεκτρικά κανάλια, ολόκληρες πόλεις (όπως οι Belchite και Brunete), καθώς και το δικό του μαυσωλείο στο Cuelgamuros, την περίφημη Κοιλάδα των Πεσόντων. Δεν υπήρχε σίγουρα έλλειψη εργατικού δυναμικού.


Κοινωνικές λειτουργίες

Τα στρατόπεδα του Φράνκο λειτουργούσαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου ως διοικητικές μονάδες κάτω από τη στρατιωτική δικαιοδοσία. Η λειτουργική τους φύση όρισε τη λύση του Στρατού και της κατάστασης πολέμου που επέβαλε ο Φράνκο στο πρόβλημα που τέθηκε από τον τεράστιο όγκο των στρατιωτικών κρατουμένων, καθώς και από την ανάγκη για κοινωνική και πολιτική κάθαρση. Τόσο στον εμφύλιο όσο και στον ολοκληρωτικό πόλεμο, ένας φυλακισμένος εργάτης που δούλευε στο εσωτερικό μέτωπο ήταν τόσο σημαντικός όσο ένας στρατιώτης στην πρώτη γραμμή. Κανείς δεν θα μπορούσε να χάσει την ευκαιρία να βάλει ένα τέτοιο μεγάλο αντιπροσωπευτικό σώμα δυνατών στρατιωτών και σκλάβων εργατών να εργαστούν. Έτσι, η ανεξέλεγκτη βία που επιφυλάχθηκε σε κρατούμενους του μερικώς ανεπιτυχούς κρατικού πραξικοπήματος και του πολέμου κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων μηνών σταδιακά άνοιξε το δρόμο της ρυθμιζόμενης επαναχρησιμοποίησης και της τελικής ενοποίησης των πόρων στην ICCP. Αυτές οι κάπως τετριμμένες αιτίες για δημιουργία ενός δομημένου συστήματος εγκλεισμού κρατουμένων οδήγησαν σε κοινωνικά, πολιτικά ή σχετιζόμενα με την ταυτότητα ζητήματα. Περιφρονώντας τη Σύμβαση της Γενεύης του 1929, όποιος δεν ήταν σύμφωνος με την αιτία του Νέου Κράτους θα μπορούσε να τεθεί υπό κράτηση. Όλη αυτή η γραφειοκρατία των στρατοπέδων κατευθύνθηκε προς σταθερές απολήξεις, θέσπισε συμφέροντα και σαφείς στόχους, που κυμαίνονταν από πολιτικούς έως στρατιωτικούς, ιδεολογικούς και ηθικούς. Αυτοί συνέκλιναν σε ένα σκοπό: τη δόμηση της Νέας Ισπανίας του Φράνκο.

   Ιστοριογραφικά μιλώντας, η μεγαλύτερη πρόοδος τα τελευταία χρόνια ήταν η επανεκτίμηση της αξίας και του βάρους των φαινομένων της φασιστικής και επαναστατικής βίας, της δικαστικής, πολιτικής και πολιτιστικής καταπίεσης και της ηθικής και πολιτικής αναμόρφωσης κατά τη διάρκεια του κρατικού πραξικοπήματος του 1936, του επακόλουθου εμφύλιου πολέμου και της μακράς δικτατορίας του στρατηγού Φράνκο. Η βία έχει αποδειχθεί ότι είναι ο βράχος πάνω στον οποίο το καθεστώς του Φράνκο χτίστηκε και ένας από τους κύριους λόγους για τη μακροζωία του. Η βία ήταν ένας ζωτικής σημασίας μηχανισμός για την αναγέννηση του έθνους και της κοινότητας, για το διαχωρισμό, την εξαίρεση ή την εξόντωση θυμάτων, όπως και για την Φασιστικοποίηση του Κράτους. Η τρομοκρατία ήταν το προτιμώμενο μέσο εξουσίας κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και της δικτατορίας του Φράνκο, λόγω της σχεσιακής, επικοινωνιακής, νέας και παιδαγωγικής της φύσης, καθώς και του μαζικού και συλλογικού χαρακτήρα της. Ωστόσο, οι δολοφονίες, η εξάλειψη και η μετατροπή χρειάζονταν μία εκ των προτέρων και παράλληλη δόμηση πολιτικών πολιτισμών και ταυτοτήτων για να καθορίσουν και να αποκλείσουν το άλλο, τον εχθρό, ώστε να κάνουν τη βία αποδεκτή. Οι Δημοκρατικοί πολίτες ή στρατιώτες δεν εξοντώθηκαν μόνο, αλλά και δικάστηκαν ή τιμωρήθηκαν για μεμονωμένες ενέργειες. Χάθηκαν ζωές επειδή ανήκαν στο στρατόπεδο της «αντι-Ισπανίας» του εχθρού ή αντιπροσώπευαν λίγο πολύ τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά του.

   Βασικό στοιχείο για την διαδικασία της πολιτικής αναμόρφωσης και της αναμόρφωσης της ταυτότητας των εγκλείστων ήταν η παθολογικοποίησή τους, δεδομένου ότι χαρακτηρίζονταν ως «νοητικά καθυστερημένοι», αλλά θεραπεύσιμοι. Το πείραμα των στρατοπέδων του Φράνκο επρόκειτο να έχει αναμορφωτικό χαρακτήρα: ήταν θεωρητικά βασισμένο στην οργανοποίηση της καθημερινής ζωής μέσω της πολιτικής και θρησκευτικής επιβολής. Στην πραγματικότητα, για κάποιους θεωρητικούς που συμμετείχαν στην οργάνωση του συστήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Ισπανία, η θρησκεία ήταν «ομοούσιος», απαραίτητη για τον Ισπανικό χαρακτήρα και την «Ισπανική Φυλή». Οι εκθέσεις και το προπαγανδιστικό υλικό που στάλθηκαν από την ICCP στον στρατηγό Φράνκο δείχνουν ότι η «αποστολή» για τη διείσδυση της θρησκείας στις τάξεις των αιχμαλώτων πολέμου βρισκόταν στην καρδιά της διαδικασίας αναμόρφωσης. Η συμμετοχή του κρατούμενου στη Μαζική Λειτουργία τις Κυριακές και τις αργίες ήταν υποχρεωτική όποτε αυτό ήταν δυνατό, θεωρούμενη ως ένας τρόπος για την καταπολέμηση της «σατανικής προπαγάνδας» που είχε κακοποιήσει τον «πραγματικό» ισπανικό λαό, ο οποίος χρειαζόταν «αποτοξίνωση με μία διαφορετική προπαγάνδα». Η «απολογητική, δογματική» σειρά ομιλιών που δίνονταν από ιερείς και εφημέριους ήταν πολύ σημαντική σε αυτή τη διαδικασία. Λάμβαναν χώρα δύο φορές την ημέρα, σε κάθε στρατόπεδο, κάθε ημέρα. Στα επίσημα έγγραφα περιγράφονταν ως ένας «απλός αλλά προφανώς αποτελεσματικός» τρόπος να απευθύνουν έκκληση προς την «ευφυΐα, ακόμα και τη σπανιότερη, των ακροατών και τις μερικές φορές ανθεκτικές καρδιές τους» που είχαν «δηλητηριαστεί από την άθεη-μαρξιστική προπαγάνδα». Οι φυλακισμένοι έπρεπε να στέκονται με προσοχή, σε τέλειο στρατιωτικό σχηματισμό για πολλές ώρες, σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Ο Θεός, λεγόταν, είχε «διατηρήσει τη δόξα του για εκείνους που τηρούν το νόμο του και την αιώνια τιμωρία της κόλασης για όσους τον περιφρονούν».

   Η ιστορική βιβλιογραφία έχει αποδείξει ότι η λογική της εξαγοράς, της αναμόρφωσης και εκμετάλλευσης των αιχμαλώτων πολέμου εντασσόταν σε ένα ευρύτερο όραμα του εχθρού που αντανακλούσε σε διαφορετική κοινωνική, πολιτική εκπαίδευση ή μεθόδους και πρακτικές φιλανθρωπίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απευθύνονταν σε γυναίκες ή παιδιά. Η χρήση του ανθρώπινου δυναμικού των κρατουμένων, αλλά και της καταναγκαστικής εργασίας των γυναικών στις φυλακές του Φράνκο, ταιριάζουν με το προγενέστερα καθιερωμένο φασιστικό πρότυπο της κοινής εκμετάλλευσης ενός συγκεκριμένου εχθρού ως μέσου για την επίτευξη της συνοχής της εθνικής κοινότητας. Μια γραμμή αιτιολόγησης της φασιστικής βίας ήταν η προστασία της εθνικής κοινότητας μέσω του διαχωρισμού, της απομόνωσης και του αποκλεισμού του «άρρωστου» κομματιού της κοινωνίας. Ανάμεσα στο ψευδοεπιστημονικό σώμα αυτών των θεωριών αποκλεισμού των «αρρώστων» συγκαταλέγεται και η ψυχολογική-κοινωνική έρευνα του Δρ. Vallejo Nagera στο στρατόπεδο του San Pedro de Cardena για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ο οποίος προσπάθησε να «διερευνήσει τις σχέσεις που [μπορεί να] υπάρχουν μεταξύ των βιοψυχικών ιδιοτήτων» των κρατουμένων και του «δημοκρατικού-κομμουνιστικού πολιτικού φανατισμού». Βασισμένα στην έρευνά του, τα προγράμματα «από-μαρξιστικοποίησης» ξεκίνησαν με την ιδέα ότι «ο πολιτικός δημοκρατικός-μαρξιστικός φανατισμός ήταν ιάσιμος μέσω διαχωρισμού και αναμόρφωσης».

   Ο πολλαπλασιασμός των στερεότυπων εικόνων του εχθρού ήταν πολύ συνήθης κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Είχαν αναπτυχθεί για την ταυτοποίηση των «εκφυλισμένων, διεφθαρμένων και ανώμαλων» ατόμων που ήταν ανθεκτικά στο «Ένδοξο Κίνημα». Αυτό περιλάμβανε αφομοίωση των αναγνωρίσιμων στερεοτύπων, με την επίκληση των οποίων δαιμονοποιούσαν, εκβαρβάριζαν και τελικά απανθρωποποιούσαν τον εχθρό, δικαιολογώντας την αποβολή του από το εθνικό σώμα. Αυτό το νέο πλαίσιο όρισε τον εχθρό και τον φίλο, ξεπερνώντας και θυσιάζοντας τα ταμπού για τη χρήση βίας στον βωμό της φασιστικής επανάστασης. Το αντικείμενο αυτής της δομικής και αντικειμενικής βίας ήταν παρόμοιο με την αντικειμενικοποίηση που εμφανίστηκε σε καιρό ειρήνης στη Γερμανία, αλλά επιταχύνθηκε από την ανάγκη για συνολική εδαφική κατοχή. Επεκτάθηκε σε κομμουνιστές, αναρχικούς, σοσιαλιστές, δημοκράτες και όλους όσοι είχαν συμμετάσχει στις επαναστατικές «γιορτές» και παραβάσεις των Καθολικών συνηθειών, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών που αμφισβήτησαν τα συντηρητικά στερεότυπα. Ο εχθρός, περιορισμένος και γρήγορα απανθρωποποιημένος, θα εξοντωνόταν προληπτικά, θα εκδιωκόταν ή πατερναλιστικά θα εξοφλούσε το χρέος του εντός της εθνικής κοινότητας, σύμφωνα με ατομικά ή υπερ-ατομικά κριτήρια. Ήδη από το 1936, η Αρχιεπιθεωρητής της ICCP ανέθεσε στους Αντάρτες το έργο της «επαν-ισπανοποίησης» αυτών των ανδρών. Η Νέα Ισπανία είχε τα δικά της μέρη για εκείνους που υπέπεσαν σε διάφορα εγκλήματα, αμαρτίες, λάθη ή αποκλίσεις. Δεν ήταν ένα σύστημα με στεγανά, αλλά ένα δίκτυο εξειδικευμένων κόμβων για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, η οποία ήταν και η ουσία της φασιστικής βίας.

   Η εικόνα του εχθρού ήταν το κεντρικό στοιχείο σε ένα είδος φασιστικού πολεμικού πολιτισμού που διαρθρώθηκε γύρω από την άσκηση της βίας. Το κοινωνικό υπόστρωμα από το οποίο βλάστησε ένα Ισπανικό ύφος φασισμού περιλάμβανε τη λατρεία των πεσόντων, την ανάδειξη του χαρισματικού ηγέτη, την αντίληψη της ζωής και της ταυτότητας ως διαρκούς μάχης με έναν εχθρό ή με ένα εξιλαστήριο θύμα και τη δόμηση μιας παλιγγενετικής / αναγεννητικής αφήγησης: συνεκτικής, κατανοητής, υπέρ της νομιμότητας και διεγερτικής. Σε σύγκριση με την Ιταλία ή τη Γερμανία, η ταχύτητα και η δυνατότητα απέλασης περιθωριακών στοιχείων από τη φασιστική εθνική κοινότητα στην Ισπανία είχαν διαφορετική σειρά. Κατ’ αναλογία με το παράδειγμα του γερμανικού ναζισμού, επιδιώχθηκε η πλήρης νομιμοποίηση της βίας με σκοπό τη λεηλασία και τη ληστεία των ηττημένων ή των εξιλαστήριων θυμάτων. Μια ισχυρή εθνική κοινότητα της Νίκης κτίστηκε πάνω στο στοιχείο αυτό, που συγχώνευε τη δαιμονοποίηση και τη λεηλασία του εχθρού με τον αποκλεισμό και εκμετάλλευση του άλλου. Επιπλέον, όπως σε άλλους φασισμούς, αυτοί οι πολιτικοί πολιτισμοί της βίας χρησίμευσαν για να κατασκευάσουν και να γαλουχήσουν τη συλλογική αφοσίωση και τα ιδεώδη, τα οποία μεταφράζονταν σε μια πολύ έντονη και μερικές φορές ευφρόσυνη εμπειρία καινοτομίας. Αυτό περιλάμβανε τον κινητοποιημένο ή και τον παθητικό άμαχο πληθυσμό, την οπισθοφυλακή και τους εθελοντές της πρώτης γραμμής, τους προπολεμικούς φασίστες και την εν καιρώ πολέμου φασιστοποιημένη κοινωνία. Οι συγκεκριμένες, ενωτικές και εξισωτικές ουτοπίες, οι οποίες προορίζονταν για εκείνους που δεν υπέφεραν τη διαδικασία της φασιστικοποίησης ήταν στοιχεία μιας διαδικασίας που αγιοποίησε έννοιες, όπως το έθνος, το Κράτος ή η ιδεολογία, καθιστώντας τα αντικείμενα λατρείας και αφοσίωσης, ένα κέντρο για τελετουργία και πίστη. Σε μια εποχή μαζικής πολιτικής, στην Ισπανία ένας μόνιμος και επεκτατικός δεσμός πλάστηκε στο πλαίσιο του πολέμου για τη χρήση και την αιτιολόγηση των μηχανισμών της πολιτικής βίας.

   Πριν από τη συμπλήρωση του πρώτου έτους της, η ICCP είχε εφαρμόσει ένα συνεκτικό έργο μακροεντολών κοινωνικού μετασχηματισμού. Όπως και το πρώτο στοιχείο του κοινωνικού εργαστηρίου, το οποίο είχε εξελιχθεί από το Εθνικιστικό σύστημα τιμωρίας που σχεδιάστηκε για να δημιουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων με βάση τον παντοειδή έλεγχο, το αμοιβαίο συμφέρον και τον εξαναγκασμό, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης εκπλήρωσαν έναν κοινωνικό ρόλο κατήχησης, αναμόρφωσης και υποβολής. Αυτό αποκρυσταλλώθηκε σε συγκεκριμένες, καθορισμένες εμπειρίες για τους έγκλειστους. Τα επίσημα έγγραφα περιγράφουν τις διαφορετικές διαστάσεις του κοινωνικού έργου που σχεδιαζόταν: μια εμπειρία φυσικής εξόντωσης, ιδεολογικής πλύσης εγκεφάλου και καθημερινού βασανισμού που πήγε πέρα από την πολιτική-στρατιωτική κατηγοριοποίηση. Μέσα από έργα, όπως η «μελέτη της μαρξιστικής βιο-ψυχής», η πολιτική αναμόρφωση, η επανακαθολικοποίηση και η απομαρξιστικοποίηση θα γίνονταν ένα πραγματικό πρότυπο για την κοινωνική αναγνώριση και την αναδιοργάνωση της ταυτότητας, ένα πεδίο κοινωνικού πειραματισμού για τη Νέα Ισπανία, που θα διευθύνονταν από τους νικητές του Εμφυλίου Πολέμου. Ο κοινωνικός και νομικός ρόλος τους δεν ήταν ούτε τιμωρητικός ούτε αντιδραστικός, όπως συνέβαινε στην περίπτωση του απλού εγκλεισμού στη φυλακή, αλλά μάλλον προληπτικός. Η κατηγοριοποίηση των ανθρώπων και ο μετασχηματισμός ήταν ο βαρυτικός άξονας, ενώ ο εγκλεισμός και η καταναγκαστική εργασία το απόλυτο τέλος. Αν και ήταν γνωστό ότι τα φασιστικά συστήματα καταναγκαστικής εργασίας ήταν γενικά λιγότερο αποτελεσματικά από αυτά της μη καταναγκαστικής εργασίας, η καταναγκαστική εργασία παρείχε πλήρη έλεγχο της αλυσίδας παραγωγής και του έργου που πραγματοποιούνταν. Πάνω απ’ όλα, η καταναγκαστική εργασία ήταν ένα όχημα για την εξόντωση ή την αναμόρφωση, σύμφωνα με τις ανάγκες του Κράτους και, όπως συνέβαινε σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές φασιστικές πρακτικές αποκλεισμού, για να προσδιορίσει με σαφήνεια αυτούς και εμάς, διάκριση που με τη σειρά της καθόριζε την ένταξη ή την απέλαση.

   Εκτός από την κατάταξη, τον εγκλεισμό, την εργασία και την αναμόρφωση, υπήρξε η υποκειμενική και τρομακτική συνθήκη του να είσαι αιχμάλωτος. Το να είσαι κρατούμενος σήμαινε να είσαι καταδικασμένος επ’ αόριστον στην πείνα, το κρύο του χειμώνα και τη ζέστη του καλοκαιριού, στους ξυλοδαρμούς, στις ανακρίσεις, στα φασιστικά άσματα και στις ατελείωτες γραμμές, τις ψείρες, τη χρόνια δυσκοιλιότητα λόγω έλλειψης νερού, την ασθένεια, τη δίψα, την ανία, το φόβο της κατηγορίας και τους πρόθυμους πληροφοριοδότες. Οι κρατούμενοι ήταν καταδικασμένοι σε σωματική και ηθική εξαθλίωση στα χέρια των άνομων απαγωγέων τους, που είχαν την αποστολή να εκκαθαρίσουν, να αναμορφώσουν και να αξιοποιήσουν τους εχθρούς του έθνους, την πολιτική της αέναης μετακίνησης (totum revolutum), γνωστή και ως «αντι-Ισπανία». Αυτή η εξαθλίωση δεν μοιράστηκε αδιάκριτα. Η σωματική και ηθική τιμωρία – μέσω ξυλοδαρμών, δίψας ή πείνας - ήταν το νόμισμα με το οποίο εκείνοι που αποκλείστηκαν από την εθνική κοινότητα αναμενόταν να πληρώσουν το χρέος τους.

   Επομένως τα στρατόπεδα του Φράνκο ήταν οχήματα για επανεθνικοποίηση, μετασχηματισμό ή απέλαση με τη χρήση βίας. Η τιμωρία δεν ήταν αυθόρμητη. Υπήρξε ένας σκληρός και ολοκληρωμένος κώδικας ρύθμισης της ζωής στα στρατόπεδα. Ξεκίνησε με την ίδια τη φυλάκιση, συνεχίστηκε με τον εγκλεισμό και την πολιτική / θρησκευτική αναμόρφωση, με μαθήματα «ανασκευής του Μαρξισμού» και «θρησκευτικές - πατριωτικές» διαλέξεις και οδήγησε τελικά σε καταναγκαστική εργασία, φυλακή, αναστολή ποινής ή θάνατο. Η έλλειψη προνοητικότητας από τους διοικητές του στρατοπέδου κατέληξε ώστε οι κρατούμενοι να βρίσκονται σε μια ζωντανή κόλαση, ενώ η τιμωρία που ο ισπανικός φασισμός προόριζε για την «αντι-Ισπανία» περιλάμβανε και το στρατόπεδο «Sacas» ή ομάδες πυροβολισμού τύπου σκοπευτηρίου, παρελάσεις των κρατουμένων, «parrillas» (σχάρες), καταλύματα με συρματοπλέγματα στον ήλιο όπου οι απείθαρχοι κρατούμενοι στερούνταν τροφής και νερού, νυχτερινούς πυροβολισμούς, μαζί βεβαίως με πιο γήινα πράγματα, όπως ψείρες, σοβαρή δυσκοιλιότητα εξαιτίας της αφυδάτωσης και της ασθένειας.

   Σε προφορικές ιστορίες, επιστολικές πηγές, και τη δευτερογενή και μνημονική βιβλιογραφία υπάρχουν μακάβρια παραδείγματα, όπως εκείνο ενός φυλακισμένου που τον έγδαραν μετά από μια σειρά ξυλοδαρμών μέχρι που οι πνεύμονές του έγιναν ορατοί από τις ανοιχτές πληγές. Στη συνέχεια ο κρατούμενος αυτός αφέθηκε από τους βασανιστές του με την φανέλα του κολλημένη στις πληγές του. Σε ένα άλλο στρατόπεδο, το San Juan de Mozarrifar, όλοι οι κρατούμενοι οι οποίοι αρνήθηκαν να αφαιρέσουν τα καλύμματα της κεφαλής τους, ενώ τραγουδιόταν ο φασιστικός ύμνος Cara al Sol, δέθηκαν από τους καρπούς σε κοντάρια. Ο διοικητής του στρατοπέδου Albatera είπε ρητά στους κρατούμενούς του ότι «για κάθε έναν που δραπετεύει, θα πυροβολώ δέκα. Θα μετατρέψω αυτό το στρατόπεδο σε ένα νεκροταφείο». Όντως, μπροστά σε 12000 κρατούμενους διέταξε τον πυροβολισμό ενός δραπέτη, τεσσάρων αναρχικών και ενός άλλου κρατούμενου, οι οποίοι φέρονται να παράκουσαν την απαγόρευση κυκλοφορίας τη νύχτα για να πάνε στα αποχωρητήρια. Στο στρατόπεδο Castuera στο τέλος του πολέμου, οι κρατούμενοι πέρασαν έξι ημέρες χωρίς τροφή. Μεταξύ όλων των στρατοπέδων, το Cabos de Vara χτύπησε την ατιμωρησία των κρατουμένων για τους πιο αλλόκοτους λόγους. Ο Robert Steck, ένας Αμερικανός, ξυλοκοπήθηκε μέχρι που η πλάτη του καλύφθηκε από μώλωπες και βλάβες επειδή δεν θέλησε να γονατίσει κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας στο στρατόπεδο San Pedro de Cardena.

   Ολόκληρο το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Φράνκο ήταν ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Παράνομο και αυθαίρετο, κακά διαχειριζόμενο και με ελάχιστους πόρους, οδήγησε σε ανθρώπινο υπερπληθυσμό χωρίς άμεση απονομή δικαιοσύνης, ενώ εγκαθίδρυσε εξευτελιστικές συνθήκες, στις οποίες τα βασανιστήρια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι ψείρες, το κρύο, η πείνα, η δίψα, η ταπείνωση και η τιμωρία όριζαν την ύπαρξη των κρατουμένων σε πάνω από 100 μόνιμα στρατόπεδα στην Ισπανία του Φράνκο. Από αυτή την άποψη, ήταν πολύ  παρόμοια με άλλα συστήματα φασιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, ως χώρων όπου ο πόνος ήταν η θεραπεία ενάντια σε πραγματικούς, δυνατούς ή φανταστικούς αντιφρονούντες. Ο μαζικός αποκλεισμός των ηττημένων ήταν ένα θεμελιώδες μοντέλο του καθεστώτος του Φράνκο και τέθηκε σε εφαρμογή με τη μορφή των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ο εγκλεισμός, ο υπερπληθυσμός, η κατάταξη, τα βασανιστήρια, η εκκαθάριση, η αναμόρφωση και ο επανευαγγελισμός, όλα εργάστηκαν μαζί στα στρατόπεδα ICCP για να διδάξουν στους πραγματικούς ή εν δυνάμει αντιφρονούντες την πραγματική θέση τους στη Νέα Ισπανία του Φράνκο.

Διεθνές και θεωρητικό πλαίσιο   

Μετά από μια παράδοση που ξεκίνησε η Hannah Arendt, πολλοί ιστορικοί της γενοκτονίας έχουν βρει πολιτισμικές ρίζες των πολιτικών εξάλειψης και των εκστρατειών εξόντωσης σε αποικιακές πρακτικές. Οι μαζικοί θάνατοι, όπως εκείνοι των 1825-1830 στον πόλεμο της Java (στον οποίο περίπου 200000 χωρικοί πέθαναν στα χέρια του ολλανδικού στρατού), εκείνοι του 1840 στην Αλγερία, ο αποδεκατισμός των αυτοχθόνων πληθυσμών της Καλιφόρνιας από 85000 έως 35000 άτομα μεταξύ 1852 και 1860, η εξάλειψη περισσότερων από 100000 αυτοχθόνων κατοίκων της Μοζαμβίκης από τον πορτογαλικό στρατό στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα ή η δολοφονία του 1898 περίπου 11000 στρατιωτών από το Σουδάν με τα πολυβόλα όπλα του βρετανικού στρατού ερμηνεύονται ως ολική ή μερική «γενοκτονία» - αν και ίσως αυτό επεκτείνει μία σύνθετη κατηγορία υπερβολικά. Σε αντίθεση με την γενοκτονία που περιλάμβανε την ταυτοποίηση/τον αναγκαστικό εκτοπισμό/τον περιορισμό/τη δολοφονία που πραγματοποιήθηκε κατά του Αρμενικού πληθυσμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η εξόντωση του 1904-6 των Herero στη νοτιοδυτική Αφρική από γερμανικά στρατεύματα είναι αναμφισβήτητα μια αποικιακή γενοκτονία. Ήταν η πρώτη περίπτωση στον εικοστό αιώνα που ακολούθησε το σχήμα του περιορισμού, την κατοχή των εδαφών, την εκμετάλλευση της εργασίας και το διαχωρισμό. Μετά την ανεπιτυχή εξέγερση του 1904 εναντίον των γερμανών αγροτών, περιελάμβανε την απέλαση και την εξόντωση, μειώνοντας τον πληθυσμό των Herero από 80000 σε 16000.

   Η ερμηνεία της συνέχειας μεταξύ των αποικιοκρατικών, αυταρχικών και ολοκληρωτικών στρατοπέδων ήταν λιγότερο επιτυχής. Η έννοια του στρατοπέδου συγκέντρωσης δεν αναφέρεται τόσο σε ένα μέρος με ένα σύνολο ενιαίων χαρακτηριστικών στο χώρο και στο χρόνο όσο στο καθεστώς που έχει θεσπιστεί σε ένα τέτοιο μέρος. Είχε εδραιωθεί ως ένα σύνηθες χαρακτηριστικό του πολέμου μεταξύ του πολέμου για την ανεξαρτησία της Κούβας και του παγκοσμίου πολέμου. Στην πραγματικότητα, η ιστορία των στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Ευρώπη δημιούργησε ένα πλαίσιο αναφοράς, προσδοκίες για ένα αποτέλεσμα και, εν ολίγοις, ένα σύνολο στόχων που ήταν τόσο ανοικτοί όσο και προκαθορισμένοι. Αυτό δεν είναι μια κοντόφθαλμη, τεχνητή τυποποίηση της έννοιας, όπως του Kotek και του Rigoulot, αλλά μια παρατήρηση με βάση τη βιβλιογραφία και δευτερεύουσες πηγές που ασχολούνται με τη βία του κράτους στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν συνήθεις απαντήσεις εν καιρώ πολέμου, αν και με διαφορετικά χαρακτηριστικά σε κάθε φαινόμενο και ιστορική διαδικασία. Στην περίπτωση της Ισπανίας, συνόδευσαν ένα μακράς διαρκείας, εσωτερικό πόλεμο. Είχαν επίσης μια αθροιστική ιστορία με διδάγματα, ασυνέχειες και προσαρμογές στα πλαίσια στα οποία αναπτύχθηκαν.

   Δεν υπάρχουν εμπειρικά στοιχεία, μόνο αποσπασματικές πληροφορίες, που παραπέμπουν σε μια εκ των πραγμάτων συνέχεια μεταξύ της πολιτικής της επανασυγκέντρωσης του Valeriano Weyler κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία της Κούβας το 1898 και της εμπειρίας των στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Ισπανία ή αλλού. Ωστόσο, η συγκριτική προσπέλαση σε διεθνές επίπεδο σαφώς και είναι μια δυνατότητα. Δύο κύρια χαρακτηριστικά των πολέμων του εικοστού αιώνα είναι η στόχευση των άμαχων πληθυσμών και η πλήρης εμφάνιση των συστημάτων στρατοπέδων συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας για τους αιχμαλώτους πολέμου. Ο Παγκόσμιος Πόλεμος του 1914-18 έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, ως γενεσιουργό αίτιο νέων καθεστώτων, δυνατοτήτων και  εμπειριών μάθησης για συλλογική τιμωρία. Ο Alan Kramer περιγράφει πώς εκατοντάδες χιλιάδες στρατιωτικού προσωπικού και πολιτών ήταν έγκλειστοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πολίτες και οι στρατιωτικοί έγκλειστοι είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή τους για να αποτραπεί η (επαν)ένταξη στους στρατούς τους και υποβάλλονταν σε καταναγκαστική εργασία, εκμετάλλευση, κοινωνική ταπείνωση, έλεγχο και αναμόρφωση. Πολλές χιλιάδες άνδρες και γυναίκες - Γάλλοι, Βέλγοι, Ρώσοι, Αυστριακοί, Πολωνοί Λιθουανοί - αναγκάστηκαν να εργαστούν σκάβοντας τάφρους ή χτίζοντας οχυρώσεις, δρόμους και σιδηροδρόμους.

   Αυτό προκάλεσε την αποδοχή του στρατοπέδου συγκέντρωσης ως μέσου για τον περιορισμό, όπως επίσης κατέληξε σε μια εκτίμηση της οικονομικής του αξίας στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού πολέμου. Οι δρώσες δυνάμεις πίσω από τη βία στα χρόνια του Μεσοπολέμου είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης του πολέμου, η οποία ταυτίστηκε ομοίως με την αυξανόμενη τάση προς συστηματική και ολοκληρωμένη εκμετάλλευση του πολιτικού εχθρού και των πόρων της κατεχόμενης περιοχής. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης συμβόλιζαν το μετασχηματισμό και τη ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών κατοχής, οι οποίες επεκτάθηκαν από τη μεταχείριση των πολιτικών κρατουμένων και των κρατουμένων πολέμου έως την απέλαση των αμάχων, από την καταναγκαστική εργασία σε οξυμένες συνθήκες μέχρι την πείνα και τη δυστυχία στην οποία υποβλήθηκαν οι κρατούμενοι. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επίσης, ήρθαν για να χρησιμεύσουν ως ένας χώρος για εκκαθάριση και εσωτερικές πολιτικές. Καλά παραδείγματα αυτού είναι τα Σοβιετικά στρατόπεδα, τα οποία χρονολογούνται πριν από τα φασιστικά και προέκυψαν από την διπλή εμπειρία του Μεγάλου Πολέμου και του Ρωσικού εμφυλίου πολέμου. Χωρίς να φτάνουμε στο σημείο να τα αντιμετωπίσουμε, όπως οι αναθεωρητές ιστορικοί, ως πηγή και αιτία του Άουσβιτς, εντούτοις υπάρχουν γραμμές συνέχειας που πρέπει να διερευνηθούν, ακόμη και μόνο για να προσδιοριστούν οι διαφορές.

   Χάριν της δικαιοσύνης, είναι επίσης αλήθεια ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ξεκίνησαν σε μια κοινωνία και κάτω από πολιτικά, κοινωνικά και κριτήρια ταυτότητας που ήταν ριζικά διαφορετικά από τις ευρωπαϊκές συνθήκες που προέκυψαν υπό φασιστικά καθεστώτα. Στην Ευρώπη, ήταν τα φασιστικά καθεστώτα που στο απόγειό τους θέσπισαν τα συστήματα στρατοπέδων συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας και πέτυχαν τον προσδιορισμό αυτών των φαινομένων με βάση την πολιτική φύση της εξουσίας τους ως μέρος ενός κύριου σχεδίου ριζικής κοινωνικής, πολιτιστικής και ανθρώπινης αναδιάρθρωσης. Η εξουσία σε συνδυασμό με την κατασκευή μιας ισχυρής, τυποποιημένης εθνικής κοινότητας είχαν στηρίξει τα φασιστικά καθεστώτα πιο αποτελεσματικά από το 1922, αλλά κυρίως από τη σχεδόν ταυτόχρονη ριζοσπαστικοποίηση του φασισμού στην Ιταλία με την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία – που ακολουθήθηκε από το θρίαμβο των στασιαστών στην Ισπανία και την επέκταση του φασισμού υπό την αιγίδα της γερμανικής κατοχής κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου σε χώρες, όπως η Γαλλία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία. Στην πιο καθαρή φασιστική μορφή, η φασιστική εθνική κοινότητα δομήθηκε πάνω στην κοινή εκμετάλλευση των εχθρών της και οι συνδέσεις μεταξύ του φασιστικού σχεδίου για την κοινωνία και του εγκλεισμού μας δίνουν τη δυνατότητα να υποθέσουμε την ύπαρξη μιας φασιστικής πολιτικής εγκλεισμού, με τη μορφή στρατοπέδων συγκέντρωσης ως ενός χώρου αποκλεισμού, αναγέννησης της κοινωνίας και συλλογικής εκμετάλλευσης του κοινού εχθρού. Η εξαίρεση σε αυτό θα ήταν η πολιτική εξόντωσης των στρατοπέδων Aktion Reinhard.

   Η περίπτωση της Ισπανίας καταδεικνύει ότι δεν ήταν όλη η φασιστική βία γενοκτονική, άρα δεν ήταν όλα τα συστήματα φασιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας σχεδιασμένα για την καταστροφή ή την ακραία βία εναντίον του άλλου. Τα συστήματα των στρατοπέδων είχαν μια ποικιλία μηχανισμών και πληρούσαν διαφορετικές ανάγκες. Ούτε καν στη Γερμανία δεν αποτέλεσαν όλα μια αδυσώπητη, εξ αποστάσεως λειτουργούσα κάθοδο στην κόλαση των στρατοπέδων του θανάτου. Ωστόσο, κανένα φασιστικό καθεστώς δεν παραιτήθηκε ποτέ από την παλιγγενετική κατασκευή ενός έθνους βασισμένου σε μια βιολογική και ιστορική κοινότητα παρόμοιων ατόμων που απειλούνται από ξένα στοιχεία που αποτελεσματικά, θανάσιμα και συστηματικά καταπολεμήθηκαν με τη βοήθεια μιας καταστροφικής βάσης εξουσίας. Η γερμανική περίπτωση και η μεταλλαγή της από το πρότυπο του Νταχάου στην ακραία εργασιακή εκμετάλλευση και γενοκτονία είναι η ευρύτερα γνωστή, αλλά άλλες, πιο αθόρυβες διαδικασίες, συνέβαιναν κατά την ίδια χρονική περίοδο. Υπήρχαν οι απελάσεις από τα στρατόπεδα, όπως στο Ferramonti, στην Ιταλία, η Ιταλικοποίηση, από-βαλκανιοποίηση και εκκαθάριση της Σλοβενίας (η αντικατάσταση και ο μετασχηματισμός της κατεχόμενης σλαβικής κοινωνίας μέσω της φυλετικής βίας στα χέρια του στρατού του Roatta), η πολιτική εκκαθάριση του Ante Pavelic από την κροατική Ustase, όχι μόνο του δικού του πληθυσμού, αλλά και των Σλοβένων που απελάθηκαν στην Κροατία, η εξάλειψη και αναμόρφωση των Ισπανών κόκκινων σε ένα πλαίσιο που είχε φασιστικοποιηθεί από τη βία, η ρωμαιοποίηση, μέσω του φόνου και του εγκλεισμού, του ουκρανικού εδάφους που παραδόθηκε στη Ρουμανία του Antonescu για να αποφύγει τη διένεξη με την Ουγγαρία πέρα από την Τρανσυλβανία ή η μαγιαροποίηση της Ουγγαρίας του Horty μέσω της τυποποίησης της ταυτότητας, της γλώσσας και της φυλής.

   Κάθε μία από αυτές τις μοναδικές εμπειρίες είχαν επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από το εξωτερικό και θεωρήθηκαν ως ένα σύνολο αποτελούμενο από ένα πανόραμα βίαιης επέκτασης του φασισμού στην Ευρώπη. Η φασιστική βία στην Κροατία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σερβία, γεωγραφικές περιοχές που συμμάχησαν με το Φασιστικό Άξονα ή κατέχονταν από το Ράιχ και όπου τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως Kirstacsa, Nish και Sajmiste, πολλαπλασιάστηκαν, θα έπρεπε να περιληφθεί στην ανάλυση της δυναμικής που προσδιορίζει τη φύση του φασισμού στην Ευρώπη, μαζί με τα κλασικά παραδείγματα της Ιταλίας και της Γερμανίας. Η Ισπανία θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνεται, τουλάχιστον κατά την περίοδο μέχρι το 1945. Υπήρχαν σαφείς διαφορές μεταξύ των διαφόρων ευρωπαϊκών φασισμών λόγω ειδικών ιστορικών και εξουσιαστικών χαρακτηριστικών, αλλά αυτές οι διαφορές ήταν ουσιαστικά στο επίπεδο του βαθμού και της έντασης των φαινομένων. Η μελέτη της φασιστικής βίας με το στρατόπεδο συγκέντρωσης ως μοντέλο μας οδηγεί να πιστέψουμε ότι αυτή είναι επηρεασμένη από διαδικασίες που θεωρούνται ως μέρη ενός συνόλου, με έναν υψηλό βαθμό εξωτερικής επιρροής, αλλά επίσης συναφής με τις εγχώριες παραδόσεις.

   Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ισπανία του Φράνκο κατά τη διάρκεια και μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο συνέβαλαν σε μερικές εξελίξεις στη γενική ιστορία των στρατοπέδων. Όπως και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν το αποτέλεσμα του συνολικού πολέμου, αλλά αντιπροσώπευαν επίσης ένα φασιστικό μοντέλο βίας και εξαναγκασμού. Η εκκαθάριση, η προστασία της φασιστικής κοινότητας και ο μετασχηματισμός της κοινωνίας μέσω της βίας ήταν σταθερές και στα ισπανικά και στα ευρωπαϊκά φασιστικά στρατόπεδα. Ο Ισπανικός Εμφύλιος πόλεμος δεν ήταν μια μεμονωμένη σύγκρουση, αδιαπέραστη από το ιστορικό της πλαίσιο. Κείμενα για τον «Ευρωπαϊκό Εμφύλιο πόλεμο» έχουν δώσει έμφαση στους δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του ήταν σε εφαρμογή στους διάφορους ευρωπαϊκούς εμφυλίους πολέμους ή τις παραστρατιωτικές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1920, του 1930 και του 1940. Αυτές περιλαμβάνουν τον πόλεμο μεταξύ φασισμού και αντιφασισμού, την εξάλειψη των άμαχων πληθυσμών, την κλιμάκωση της βίας που υπερβαίνει τα σημεία χωρίς επιστροφή και τη φυλετική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και σχετιζόμενη με την ταυτότητα μετεγκατάσταση.

   Επομένως, ένα μοντέλο ή φασιστικό πρότυπο για στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας θα είχε τα δικά του χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τον Ευρωπαϊκό πόλεμο και εξαρτώνται από τη φύση του φασισμού και την επιτυχή (ή όχι) έκβασή του. Επιπλέον, θα περιλάμβανε χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη φασιστική δυνατότητα για γενοκτονία, η οποία ασκήθηκε από τη Γερμανία στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ήταν λανθάνουσα, από την άλλη πλευρά, στον καθολικό έλεγχο, την αναμόρφωση και την ακραία εκμετάλλευση από τα φασιστικά συστήματα, όπως αυτά της Ισπανίας, της Ουγγαρίας και της Κροατίας. Τα στρατόπεδα χρησιμοποιήθηκαν από τα φασιστικά καθεστώτα σε πόλεμο ως βάσεις εξουσίας για την παλιγγενετική αναγέννηση και την εκκαθάριση του έθνους. Χρησίμευαν επίσης για να εκπληρώσουν γενικά μια ενωτική λειτουργία, στους ποικίλους βαθμούς δυστυχίας που βίωναν οι κρατούμενοι, από την αγωνία μέχρι την απανθρωποποίηση.

   Η εξιλέωση, η εξαγορά και ο πόνος ήταν οι αρχές στις οποίες ο φασισμός βάσισε τις αξιώσεις για τα θύματα του. Ο φασισμός έδωσε στην εμπειρία των Ευρωπαϊκών στρατοπέδων συγκέντρωσης την καθαρότερή της μορφή, συνδυάζοντας οικονομικά, πολιτικά και συμφέροντα ταυτότητας με τους μηχανισμούς της από-εξατομίκευσης και από-προσωποποίησης στη ρύθμιση εγκλεισμού. Υπακοή, συνολική παράδοση, μετατροπή και εξόντωση ήταν οι κοινοί παρονομαστές, οι στόχοι και οι πρακτικές των φασιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ο συνωστισμός, η πείνα, η ασθένεια και η τιμωρία έκαναν την καθημερινή ζωή των κρατουμένων έναν τραχύ αγώνα για να μην υποκύψουν. Το να υποκύψει κανείς ήταν η ουσία του ευρωπαϊκού φασισμού και των παιδιών του: στρατοπέδων συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας. Η παράδοση ήταν το πιο απλό πράγμα να επιτευχθεί, έγραψε ο Primo Levi. Δεν απαιτούσε τίποτα περισσότερο από το να εκτελείς εντολές και να συμφωνείς με την πειθαρχία. Η φασιστική παλιγγενετική αναγέννηση ενός Έθνους απαιτούσε βία για να εκκαθαρίσει την κοινωνία και να διαφυλάξει την εθνική κοινότητα.

   Μισό εκατομμύριο Ισπανοί και Ευρωπαίοι ήταν να βιώσουν από πρώτο χέρι την ισπανική έκδοση του φασιστικού συστήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης συμφωνούσαν απόλυτα με το νόμο: ήταν φθηνά, άνομα και προσαρμόσιμα. Ήταν το τέλειο εργαστήριο για τη Νέα Ισπανία του Φράνκο. Αντί για «Πατρίδα, ψωμί και δικαιοσύνη», η εμπειρία των στρατοπέδων του Φράνκο εν καιρώ πολέμου ήταν αυτή της ασθένειας, του συνωστισμού και της εκμετάλλευσης της εργασίας, της αναμόρφωσης, της πείνας και της βίας: λίγο ψωμί, ακόμα λιγότερη δικαιοσύνη και μία αποκλειστική Πατρίδα.


Στρατόπεδο συγκέντρωσης του Φράνκο ανάμεσα στην Μαδρίτη και το Μπούργκος

Στρατόπεδο συγκέντρωσης στην περιοχή της Καντάμπρια