Σ΄ ένα κόσμο χωρίς μαγεία, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς θεό και μοναδική αλήθεια, σε ένα κόσμο χαώδη και κατακερματισμένο, πώς μπορεί η ιστορία να είναι ή να φαντάζει επική; Ούτε και να καμώνεται μπορεί. Στη νεότητά της η ιστορία υπήρξε επική. Τώρα όμως στην ωριμότητά της δεν μπορεί παρά να είναι ειρωνική, σαρκαστική, σχετικιστική, τραγική. Ίσως οι επικοί τρόποι να ξανακάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστοριογραφίας όταν φουσκώσουν και πάλι τα πανιά των οραματισμών και το ποτάμι της δικαιοσύνης κυλήσει ορμητικό, όταν οι άνθρωποι πιστέψουν στις δυνάμεις τους και εκφράσουν τη συλλογική σκέψη και δημιουργικότητά τους, όταν κατορθώσουν να λυτρωθούν από το άγος και το άχθος του παρελθόντος, όταν η ουτοπία αρχίσει να θαμποχαράζει.



«Η ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει. Μπορεί, επίσης, να είναι πολύ επικίνδυνη. Είναι περισσότερο σώφρον να αντιμετωπίζουμε την ιστορία όχι ως σωρό νεκρών φύλλων ή συλλογή σκονισμένων έργων τέχνης, αλλά ως μικρή λίμνη, μερικές φορές ευεργετική, συχνά θειούχο, που, χωμένη κάτω από το παρόν, διαμορφώνει σιωπηλά τους θεσμούς μας, τον τρόπο που σκεπτόμαστε, το τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει. Απευθυνόμαστε σε αυτήν [....] για επιβεβαίωση, για να πάρουμε μαθήματα και πληροφορίες. Η επιβεβαίωση, είτε πρόκειται για προσδιορισμό της ταυτότητας ομάδων, για αιτήματα ή για δικαίωση, σχεδόν πάντοτε προκύπτει από τη χρήση του παρελθόντος. [...] Το παρελθόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν για όλα τα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε στο παρόν. Κάνουμε κακή χρήση του όταν δημιουργούμε ψέματα για το παρελθόν ή γράφουμε την ιστορία με τρόπο που να παρουσιάζεται μόνο η δική μας άποψη».

Margaret Macmillan, Χρήση και κατάχρηση της ιστορίας, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα – Ψυχογιού, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012, 11 [πρώτη έκδοση στην αγγλική γλώσσα 2009]


«Σ’ έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες η ιστοριογραφία μπορεί να κινηθεί προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις». Georg Iggers.


«Προχωρήστε και να ξέρετε ότι σ’ ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι πλατιοί δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία». Σαλβαδόρ Αλιέντε.


Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Βιβλιοκριτική στο έργο του Δαυίδ Αντωνίου, "Η Εκπαίδευση στη Δυτική Μικρά Ασία (Περιοχή Ελληνικής Διοικήσεως Σμύρνης) 1919-1922, τόμος Α’: Η εκπαιδευτική κατάσταση, τόμος Β’: Πηγές – Κείμενα"



Δαυίδ Αντωνίου, Η Εκπαίδευση στη Δυτική Μικρά Ασία (Περιοχή Ελληνικής Διοικήσεως Σμύρνης) 1919-1922, τόμος Α’: Η εκπαιδευτική κατάσταση, τόμος Β’: Πηγές – Κείμενα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα 2007 (Α’, σελίδες 213, Β’ σελίδες 509).





Ο στιβαρός, σχεδόν δωρικός, αλλά και ευπροσήγορος και σεμνός Δαυίδ Αντωνίου συγκαταλέγεται στους γενάρχες της Ιστορίας της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Παράλληλα ανήκει στη μικρή εκείνη ομάδα των έγκριτων ερευνητών της γενιάς του που με το έργο τους κατόρθωσαν να πείσουν την ακαδημαϊκή κοινότητα για την αναγκαιότητα της ένταξης του γνωστικού αυτού αντικειμένου στα κρίσιμης σημασίας υποπεδία της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Με τον πλούτο και τον όγκο τόσο του δημοσιευμένου όσο και του ανέκδοτου και εξελισσόμενου ακόμη έργου του και κυρίως με την ηθική που απορρέει από την επιστημονική του στάση, την αρωγή που προσφέρει στους νεότερους ερευνητές, καθώς και με την παρρησία και τη δημόσια εικόνα του, μάλλον δεν θα επιτρέψει εύκολα –άθελά του βεβαίως- στους ομοτέχνους του και κυρίως σε όσους μαθητεύουν κοντά του να τον αμφισβητήσουν και να αισθανθούν την θεμιτή υπερηφάνεια ότι υπερίσχυσαν αμιλλώμενοι τον συνοδοιπόρο ή το πρότυπό τους. Μάλλον ο χρόνος, δίκαιος συνήθως κριτής, θα σταθεί αντίπαλος στις υπερτιμημένες φιλοδοξίες τους. Ελπίζω να μου αναγνωριστεί ότι ο έπαινος από έναν άνθρωπο που για μακρό χρονικό διάστημα μαθητεύει κοντά του δεν ενέχει στοιχεία υπερβολής ή υστερόβουλης σκοπιμότητας (ευτυχώς ή δυστυχώς άλλωστε ο Δ. Αντωνίου δεν υπήρξε πανεπιστημιακός για να είναι εύλογες οι εξαρτήσεις και οι υστερόβουλες γονυκλισίες που προοικονομούν την προδοσία), αλλά είναι δοκιμή αυτογνωσίας, γιατί, όπως όλοι διαπιστώνουμε, ο Δ. Αντωνίου συνεχίζει απτόητος και ακαταπόνητος και ίσως με ακόμα εντονότερους ρυθμούς, που εντυπωσιάζουν ακόμα και νεαρούς συναδέλφους του, τη συστηματική και εξονυχιστική αρχειακή έρευνα και την χαλκέντερη συγγραφική του δραστηριότητα με στόχο την πολύπλευρη τεκμηρίωση και τη διασταύρωση των στοιχείων που θα καταστήσουν δυνατή τη συνολική θέαση του πεδίου της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και της εμπορικής και της ναυτικής, χωρίς αυτό διόλου να σημαίνει –όλως αντιθέτως μάλιστα- αδιαφορία για την τριτοβάθμια. Μόνη φιλοδοξία του Δ. Αντωνίου η χαρά και η αυτοδικαίωση, που αναβλύζει από την εργασιακή ηθική της έρευνας, από την ανυστερόβουλη κοινωνική προσφορά και τον «έπαινο των σοφιστών», καθώς και ο σισύφειος οραματισμός της αντιστοίχησης, στον δέοντα καιρό, των ερευνητικών υποθέσεων, των διαθέσιμων ιστορικών τεκμηρίων και των ερευνητικών εγχειρημάτων με τις σύνθετες και αντιφατικές όψεις της πολύπλοκης ιστορικής πραγματικότητας.

Στην προοπτική αυτή, ο Δ. Αντωνίου δεν αρκείται στη διαύγαση των δρωμένων της κεντρικής εκπαιδευτικής σκηνής, δεν λησμονεί δηλαδή να διερευνήσει και να αναδείξει με τρόπο πολυδιάστατο και τις τοπικές ιδιαιτερότητες ή το τοπικό ως πρίσμα του γενικού (Εύβοια, Άνδρος, Σάμος, Σαντορίνη, Νησιά Ιονίου, Πελοπόννησος, Στερεά, Μαγνησία). Αν και προτάσσει τη σημασία της καταγραφής της διαλεκτικής σχέσης συνέχειας – ασυνέχειας / διαχρονίας – συγχρονίας στο πλαίσιο που διαμορφώνει, σε κάθε ιδιαίτερη περίοδο, η ιστορική δυναμική του εκσυγχρονισμού και τα αιτήματα της ελευθερίας, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τα οποία, ως γνωστόν, εκπηγάζουν από το ιδεολογικό στερέωμα της Επανάστασης του 1821, ο Δ. Αντωνίου δεν διστάζει να επιμείνει και στην ανάδειξη τόσο των ιστορικών τάσεων όσο και των δομικών και νοοτροπιακών αδρανειών, δίνοντας, ωστόσο, αξιόλογη θέση και στον βολονταρισμό και στη δημιουργικότητα που ενίοτε κατορθώνουν να υπερκεράσουν τους αντίρροπους εξωτερικούς καταναγκασμούς.

Στο σύνθετο ερευνητικό στόχαστρο του Δ. Αντωνίου τίθενται το σχολικό δίκτυο, οι κτηριακές υποδομές και ο εξοπλισμός, ο ευεργετισμός, τα ωρολόγια και τα αναλυτικά προγράμματα, οι μέθοδοι διδασκαλίας, τα σχολικά εγχειρίδια, οι μεταρρυθμίσεις και οι ανασχέσεις τους, αλλά και η καθημερινότητα του σχολείου, η εκπαιδευτική κινητικότητα και οι ρυθμοί της, το εκπαιδευτικό προσωπικό και συγκεκριμένα η κατάρτιση και η συγκρότησή του, οι βιογραφικές και διανοητικές διαδρομές, όπως και ο κοινωνικός ρόλος των λειτουργών της ελληνικής εκπαίδευσης, οι απόπειρες συνδικαλιστικής και επιστημονικής τους οργάνωσης· γενικότερα τον Δ. Αντωνίου απασχολούν οι εκπαιδευτικοί όχι μόνο ως δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά και ως διανοούμενοι, και μάλιστα όχι μόνο οι επιφανείς αλλά και οι αφανείς ανάμεσά τους, όσοι, δηλαδή, με τη λιγότερη δυνατή γενναιοδωρία, απωθούνται από τη συμβατική ιστοριογραφία στη μίζερη αναλυτική κατηγορία του μέσου όρου, της ανωνυμίας και της μη ορατότητας, εκ των πραγμάτων της ανυπαρξίας και της άδικης ιστορικής λήθης. Από την άποψη αυτή, ο Δ. Αντωνίου ανασυγκροτεί την ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης και παιδείας από την ανατρεπτική, για τα ελληνικά τουλάχιστον ακαδημαϊκά δεδομένα, οπτική γωνία της ιστορίας από τα κάτω. Πρόκειται για μια θεμελιώδη και πρωτότυπη, όπως όλοι, επαϊοντες και μη, ομολογούν, συμβολή που επιτρέπει να προσπελάσουμε την πολυπλοκότητα του ελληνικού και όχι μόνο ελλαδικού εκπαιδευτικού τοπίου, κατανοώντας πρωτογενώς τις θεσμικές και ιστορικές και δευτερογενώς και ορισμένες καίριες κοινωνιολογικές παραμέτρους του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη αυτή δυνατότητα δεν αποτελεί στοχοποιημένη φιλοδοξία του ερευνητή, καθώς αυτός εξακολουθεί να μένει προσηλωμένος στα αυστηρά ιστοριογραφικά εργαλεία θέλοντας πρωτίστως να διαμορφώσει μια σταθερή και διαρκώς διευρυνόμενη βάση δεδομένων· ένα δεσμευτικό πλαίσιο χρήσιμο είτε για την απονομιμοποίηση γενικευτικών ερμηνευτικών σχημάτων που έχουν διατυπωθεί και λειτουργούν κανονιστικά είτε για τη συναρμολόγηση και προβολή νέων, τα οποία θα ανταποκρίνονται λυσιτελέστερα στα σύγχρονα ερευνητικά πορίσματα υπερβαίνοντας εδραιωμένες ιδεοληψίες ή δεσπόζοντα ιδεολογήματα.

Κατά τη γνώμη μου, την κορωνίδα αυτής της προσπάθειας συγκροτούν τρία θεμελιώδη έργα: Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), τόμοι Α΄- Β΄- Γ΄, ΙΑΕΝ, Αθήνα 1987/1988/1989, Η Εκπαίδευση κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821-1827. Τεκμηριωτικά κείμενα, τόμος Α’: 1821-1825, τόμος Β΄: 1826-1827, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 2002 και Η Εκπαίδευση στη Δυτική Μικρά Ασία, 2007. Ο πρώτος τόμος του πρόσφατα εκδοθέντος αυτού βιβλίου αφιερώνεται στην εμπεριστατωμένη μελέτη και ανασύνθεση κυρίως αδημοσίευτου και πρωτογενούς αρχειακού υλικού που η επεξεργασία του οδηγεί και στη σύνταξη 50 περίπου εξαιρετικά εποπτικών στατιστικών πινάκων, ενώ ο δεύτερος περιλαμβάνει οργανωμένο σε λειτουργικές ταξινομικές κατηγορίες το πρωτογενές υλικό των ιστορικών πηγών. Ελπίζουμε ότι η καταστατική αυτή τριάδα έργων υποδομής για την ιστορία της εκπαίδευσης στην Ελλάδα και στον Ελληνισμό των μικρασιατικών παραλίων θα διευρυνθεί σύντομα με την ολοκλήρωση του μακρόπνοου ερευνητικού προγράμματος «Οι λειτουργοί της Ανώτατης, της Μέσης και της Δημοτικής Εκπαίδευσης (19ος αιώνας). Βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία», το οποίο εκπονείται σε συνεργασία με τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη, Διευθυντή Ερευνών του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.
            
Στη σύντομη αυτή βιβλιοκριτική αποτίμηση θα μας απασχολήσει το τελευταίο δίτομο έργο του Δ. Αντωνίου. Πρόκειται για μελέτη που βασίζεται σε πληθώρα ανέκδοτου, αλλά και δημοσιευμένου αρχειακού υλικού· συγκεκριμένα, ο συγγραφέας έλαβε υπ’ όψιν του κατά κύριο λόγο εκθέσεις επιθεωρητών που αποτιμούν την κατάσταση της ελληνορθόδοξης εκπαίδευσης στη Μικρά Ασία και επιχειρούν να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν την προσφορότερη στις δεδομένες συνθήκες εκπαιδευτική πολιτική, ενώ, παράλληλα, συμβουλεύτηκε το Αρχείο της Ύπατης Αρμοστείας που απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, το Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, το δημοσιευμένο αρχείο του Χρυσοστόμου Σμύρνης, έγγραφα που απόκεινται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, αρχεία ιδιωτών και δημοσιεύματα του Τύπου.

Το βιβλίο έχει την ιδιομορφία ότι επιχειρεί να συγκεράσει δύο συμπληρωματικές οπτικές χωρίς να αποσιωπά την προβαλλόμενη αντίσταση, τις συγκρούσεις ή τις αντινομίες που διαπιστώνει η έρευνα, αλλά και χωρίς να αφήνει ανέγγιχτο το πέπλο της εθνικιστικής μυθοποίησης: αναφέρομαι, από τη μια πλευρά, στην επίσημη και εκ των πραγμάτων διαχειριστικού χαρακτήρα εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους στην πιο φιλόδοξη συγκυρία της εθνικής ανάτασης, από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία ασκείται με δίαυλο την Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης· από την άλλη πλευρά, αναφέρομαι στην πολιτική που σχεδιάζουν και υλοποιούν οι παραδοσιακά οργανωμένες ελληνορθόδοξες κοινότητες της Δυτικής Μικράς Ασίας και οι σχολικές εφορείες τους: τόσο αυτές των αναπτυγμένων αστικών κέντρων, όπου συχνά οι εκπαιδευτικοί θεσμοί, οι αρμόδιοι κοινωνικοί φορείς και τα παραγόμενα εκπαιδευτικά αγαθά υπερτερούσαν σε σχέση με τα αντίστοιχα στο ελληνικό κράτος, όσο και αυτές των αγροτικών περιοχών της μικρασιατικής ενδοχώρας. Στις τελευταίες, η υστέρηση σε υποδομές, θεσμικό πλαίσιο και ανθρώπινο δυναμικό, καθώς και η ελλιπής φοίτηση λόγω της παιδικής εργασίας σε οικογενειακές αγροτικές απασχολήσεις, κατά συνέπεια η πλημμελής λειτουργία των σχολείων και ο αποσπασματικός κοινωνικός τους ρόλος, αποκτούσε κρίσιμη εθνοπολιτισμική σημασία εξαιτίας του εγκλωβισμού των μικρών αυτών ελληνορθόδοξων κοινοτήτων μέσα σε συμπαγή τουρκικά περιβάλλοντα, γεγονός που εκ των πραγμάτων οδηγούσε στη διγλωσσία, μια κατάσταση που υπό όρους θα μπορούσε να στρώσει το έδαφος στον αφελληνισμό.
            
Η καίρια συμβολή του βιβλίου του Δ. Αντωνίου τόσο στην ιστοριογραφική έρευνα όσο και στη συλλογική μας αυτογνωσία, για μια κρίσιμη και μεταβατική ιστορική περίοδο και για ένα θέμα που συνδέεται με ένα από τα τραυματικότερα γεγονότα της συλλογικής μας μνήμης, συνίσταται κατ’ εξοχήν στην ολιστική αποτύπωση των εκπαιδευτικών δρωμένων της ελληνορθόδοξης εκπαίδευσης στη Μικρά Ασία. Ο συγγραφέας δίνει την αρμόζουσα θέση στην καταγραφή της κατάστασης των εκπαιδευτικών πραγμάτων στην περιοχή, καθώς και στην απογραφή του εξοπλισμού και του διαθέσιμου εποπτικού υλικού των σχολείων, αναδεικνύοντας ιδιαίτερα τη σημασία της στελέχωσης του εκπαιδευτικού τμήματος της Ύπατης Αρμοστείας, παράγοντας που επηρέασε καθοριστικά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της ακολουθούμενης πολιτικής (ίδρυση διδασκαλείου, στελέχωση σχολείων με αποσπασμένους εκπαιδευτικούς από τον ελλαδικό χώρο, κινητοποίηση τοπικών κοινωνιών με σκοπό τη συνδρομή στο επιχειρούμενο έργο, σημαντική αύξηση των αριθμητικών δεικτών, ευρυθμότερη λειτουργία σχολείων). Στη συνέχεια διερευνά εξαντλητικά τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις της ελληνορθόδοξης εκπαίδευσης στα μικρασιατικά παράλια τόσο σε σχέση με τα πρότυπα του ελληνικού κράτους όσο και σε σχέση με τα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι οι εκσυγχρονιστικές όψεις της ελληνορθόδοξης εκπαίδευσης, που συνυπάρχουν βεβαίως με την κανονιστικότητα της αρχαιολατρείας και της θρησκευτικής αγωγής, πρέπει να αποσυνδεθούν από το ιδεολόγημα της πληθυσμιακής υπεροχής του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Παρά ταύτα, όπως ο ίδιος διαπιστώνει, οι όψεις αυτές συνδέονται οργανικά με τη διπλή στρατηγική των φορέων χάραξης και εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους στη Μικρά Ασία. Η διπλή αυτή στρατηγική προσδιορίζεται αφενός μεν από την επιλεκτική μετακένωση εδραιωμένων κοινωνικο-πολιτικών ρυθμίσεων, σχολικών πρακτικών και διδακτικών αρχών, οι οποίες αποσκοπούσαν: α) στην ανανέωση του γνωστικού περιεχομένου των μαθημάτων, β) στην επαρκή στελέχωση και στην εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων, γ) στην αναβάθμιση των παιδαγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του σχολείου, δ) στον εκσυγχρονισμό του υλικοτεχνικού του εξοπλισμού, ε) στη μέριμνα για τη διασφάλιση της υγείας, της ευρωστίας, του ήθους και του αυτοελέγχου της μαθητικής νεολαίας (γυμναστική, αθλοπαιδιές, προσκοπισμός), στ) στη δημόσια υγιεινή (θέσπιση υποχρεωτικού εμβολιασμού)· αφετέρου δε προσδιορίζεται από τον υπερθεματισμό της συλλογικής ταυτότητας στις τρεις αλληλένδετες διαστάσεις της, την εθνική, τη θρησκευτική και την τοπική.

Θεμελιώδης είναι η συμβολή του βιβλίου του Δ. Αντωνίου και σε ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα που αφορά όμως την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αναφέρομαι, κατ’ αρχάς, στην κατανόηση της σκοπιμότητας της ίδρυσης του Πανεπιστημίου της Σμύρνης, σε συνάρτηση με το οργανωτικό του πλαίσιο, την στρατηγική επιλογή του προσανατολισμού των σπουδών αφενός μεν στις θετικές και εφαρμοσμένες επιστήμες (μαθηματικά, φυσικές επιστήμες, γεωπονία), ώστε να λειτουργήσει ως προνομιακός φορέας οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην ανατολική πλευρά της μεσογειακής λεκάνης, αφετέρου δε στη διδασκαλία των ανατολικών γλωσσών (σανσκριτική, περσική, ινδική, αραβική, τουρκική), καθώς και στη μελέτη των θρησκειών, των πολιτισμικών μορφωμάτων και γενικότερα της ιστορίας των λαών της Ανατολικής Μεσογείου, της Εγγύς Ανατολής και της Ασίας, ώστε να εξυπηρετηθεί η πολιτική του προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης και, παράλληλα (με δεδομένες τις οριενταλιστικές συνδηλώσεις), να δημιουργηθούν συνθήκες διαπολιτισμικού διαλόγου στη βάση της διερεύνησης των διάχυτων και πολυδιάστατων πολιτισμικών οσμώσεων. Η στρατηγική αυτή επιλογή, δηλαδή η επικέντρωση του ενδιαφέροντος στις τεχνοεπιστήμες και στον πολιτισμό, στην πραγματικότητα αφορά το σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος, αφού ο ερευνητής εντοπίζει διακριτές αντιστοιχίες στην προσπάθεια που κατέβαλε η Ελληνική Διοίκηση στη ζώνη ευθύνης της, μάλιστα παρά τις σποραδικές αντιδράσεις της τουρκικής πλευράς (πχ. Μαινεμένη), για τον έλεγχο της λειτουργίας και τον εκσυγχρονισμό και του δικτύου των τουρκικών σχολείων, όπως και για την συντήρηση των κτηρίων τους, σε συνδυασμό με την οργάνωση των ιεροδιδασκαλείων που κατάρτιζαν τους μουσουλμάνους εκπαιδευτικούς και την ανάληψη της μισθοδοσίας των στελεχών της μουσουλμανικής εκπαίδευσης για ορισμένο χρονικό διάστημα. Στην πολιτική αυτή διαφαίνεται το σπέρμα μιας πολυπολιτισμικής αντίληψης που σεβόταν την ετερότητα, αν και δεν επέτρεπε να τεθεί σε αμφισβήτηση η κανονιστικότητα του Δυτικού πολιτισμού και η εκπολιτιστική αποστολή του Ελληνισμού.

Ολοκληρώνω δηλώνοντας την πεποίθησή μου ότι και αυτό το βιβλίο του Δ. Αντωνίου κάνει την ελληνική ιστοριογραφία πλουσιότερη εδραιώνοντας ακόμα περισσότερο το ακαδημαϊκό status της Ιστορίας της Εκπαίδευσης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου