Σ΄ ένα κόσμο χωρίς μαγεία, χωρίς πίστη, χωρίς ελπίδα, χωρίς θεό και μοναδική αλήθεια, σε ένα κόσμο χαώδη και κατακερματισμένο, πώς μπορεί η ιστορία να είναι ή να φαντάζει επική; Ούτε και να καμώνεται μπορεί. Στη νεότητά της η ιστορία υπήρξε επική. Τώρα όμως στην ωριμότητά της δεν μπορεί παρά να είναι ειρωνική, σαρκαστική, σχετικιστική, τραγική. Ίσως οι επικοί τρόποι να ξανακάνουν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστοριογραφίας όταν φουσκώσουν και πάλι τα πανιά των οραματισμών και το ποτάμι της δικαιοσύνης κυλήσει ορμητικό, όταν οι άνθρωποι πιστέψουν στις δυνάμεις τους και εκφράσουν τη συλλογική σκέψη και δημιουργικότητά τους, όταν κατορθώσουν να λυτρωθούν από το άγος και το άχθος του παρελθόντος, όταν η ουτοπία αρχίσει να θαμποχαράζει.



«Η ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει. Μπορεί, επίσης, να είναι πολύ επικίνδυνη. Είναι περισσότερο σώφρον να αντιμετωπίζουμε την ιστορία όχι ως σωρό νεκρών φύλλων ή συλλογή σκονισμένων έργων τέχνης, αλλά ως μικρή λίμνη, μερικές φορές ευεργετική, συχνά θειούχο, που, χωμένη κάτω από το παρόν, διαμορφώνει σιωπηλά τους θεσμούς μας, τον τρόπο που σκεπτόμαστε, το τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει. Απευθυνόμαστε σε αυτήν [....] για επιβεβαίωση, για να πάρουμε μαθήματα και πληροφορίες. Η επιβεβαίωση, είτε πρόκειται για προσδιορισμό της ταυτότητας ομάδων, για αιτήματα ή για δικαίωση, σχεδόν πάντοτε προκύπτει από τη χρήση του παρελθόντος. [...] Το παρελθόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν για όλα τα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε στο παρόν. Κάνουμε κακή χρήση του όταν δημιουργούμε ψέματα για το παρελθόν ή γράφουμε την ιστορία με τρόπο που να παρουσιάζεται μόνο η δική μας άποψη».

Margaret Macmillan, Χρήση και κατάχρηση της ιστορίας, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα – Ψυχογιού, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2012, 11 [πρώτη έκδοση στην αγγλική γλώσσα 2009]


«Σ’ έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες η ιστοριογραφία μπορεί να κινηθεί προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις». Georg Iggers.


«Προχωρήστε και να ξέρετε ότι σ’ ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι πλατιοί δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία». Σαλβαδόρ Αλιέντε.


«Ο θάνατος ταιριάζει στα μουσεία. Σε όλα τα μουσεία, όχι μόνο σ’ ένα Μουσείο Πολέμου. Κάθε έκθεση –πίνακες, γλυπτά, αντικείμενα, μηχανήματα- είναι μια νεκρή φύση και οι άνθρωποι που συνωστίζονται στις αίθουσες, γεμίζοντάς τες και αδειάζοντάς τες σαν σκιές, εξασκούνται στη μελλοντική οριστική διαμονή τους στο μεγάλο Μουσείο της ανθρωπότητας, του κόσμου, όπου ο καθένας είναι μια νεκρή φύση. Πρόσωπα σαν φρούτα που κόπηκαν από το δέντρο και τοποθετήθηκαν γερτά πάνω σ’ ένα πιάτο».

Κλαούντιο Μάγκρις, Υπόθεση αρχείου, μετάφραση-σημειώσεις Άννα Παπασταύρου, Καστανιώτη, Αθήνα 2017, 10


Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Πόλεμοι της μνήμης και σχολική ιστορία στις ΗΠΑ


Όπως επισημαίνουν οι γάλλοι πολιτικοί φιλόσοφοι Sylvie Mesure και Alain Renault, «οι δημοκρατικές και φιλελεύθερες κοινωνίες στην εποχή μας απειλούνται από τη διάρρηξη του δημόσιου χώρου τους», αλλά και του κοινού αξιακού τους κώδικα. Μάλιστα, η διάρρηξη των συνεκτικών δεσμών λαμβάνει τις ακόλουθες δύο μορφές: πρώτον, τη δεσπόζουσα τάση ριζικής εξατομίκευσης της κοινωνίας, η οποία δυνητικά οδηγεί στην απουσία κοινού δεσμευτικού νοήματος, και, δεύτερον, τη μορφή της πολιτισμικής πολυμορφίας.[1]
Με βάση τη μεταμοντέρνα συνθήκη, αποτύπωση και ταυτόχρονα απόπειρα υπέρβασης της παθολογίας του ύστερου καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από την πολλαπλότητα των ταυτοτήτων και του νοήματος, καθώς και την ενδεχομενικότητα της ερμηνείας, τη ριζική αβεβαιότητα αλλά και την κατάρρευση των μετα-αφηγήσεων, των ιεραρχιών και των «προσδιοριστικών διαβαθμίσεων αξίας» (George Steiner), η νοηματοδότηση και γενικότερα η διαχείριση της πολιτισμικής πολυμορφίας, σε θεωρητικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, έχει αναδείξει, κατά τη γνώμη μου, τρεις, αδρομερώς οριοθετημένες, αποκλίνουσες στρατηγικές, οι οποίες δεν αποκλείουν βεβαίως ούτε την εφαρμογή ενδιάμεσων-μεικτών στρατηγικών ούτε την αντικατάστασή τους από στρατηγικές που βασίζονται στην ιδέα της διαλεκτικής υπέρβασης των διαφορών.
Η πρώτη στρατηγική, αυτή που θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε με τον εθνικισμό και τον αμερικανικό νεοσυντηρητισμό, συνίσταται αφενός στην αξιωματική παραδοχή της ομογενοποιημένης εθνικής ταυτότητας και συνείδησης και αφετέρου στον βίαιο, πραγματικό ή συμβολικό, εξοβελισμό της πολιτισμικής ετερότητας, που προέκυψε εξαιτίας ιστορικών ιδιομορφιών ή της μετανάστευσης, από τον δημόσιο χώρο και τον δημόσιο λόγο, δεδομένου ότι η εθνοπολιτισμική ή φυλετική ετερότητα προσδιορίζεται ως οντολογικού χαρακτήρα ριζική διαφορά και για το λόγο αυτό θεωρείται ως απειλή για την εθνική ενότητα και την κοινωνική και πολιτισμική συνοχή του κράτους. Η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής στρατηγικής καλύπτει τη σκοπιμότητα να περιφρουρηθεί ο πολιτισμικός μονισμός και να εδραιωθεί η αυτοεικόνα της κυρίαρχης και πλειοψηφούσας ομάδας, η οποία ταυτίζει τον εαυτό της με το έθνος, το κράτος ή ευρύτερα τον Δυτικό πολιτισμό, τη Χριστιανοσύνη κ.λπ.
Μετριοπαθέστερη παραλλαγή της πρώτης αυτής στρατηγικής είναι η αξιωματική παραδοχή τόσο του αναπόφευκτου χαρακτήρα της πολυπολιτισμικής πολυμορφίας του σύγχρονου κόσμου όσο και της ύπαρξης μιας δήθεν αναντίρρητης ιεραρχικής κλίμακας για την κατηγοριοποίηση των πολιτισμών, προκείμενες που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαία η έστω υπόρρητη αξιολόγηση της φυλετικής ή εθνοπολιτισμικής ετερότητας ως υποδεέστερης ή αποκλίνουσας μορφής τρόπου ζωής και συστήματος αξιών, πρακτικών και αναπαραστάσεων σε σχέση με το κυρίαρχο και κανονιστικό οικουμενικό πρότυπο, και, κατά συνέπεια, η αναγωγή της σε πολιτισμικό κατάλοιπο, που πρέπει ή να υπερκεραστεί ή να άπτεται αποκλειστικά και μόνο της ιδιωτικής σφαίρας του ατόμου. Η δεύτερη αυτή στρατηγική εντάσσεται στην πολιτισμική λογική του πολιτικού φιλελευθερισμού, βασίζεται στην πλουραλιστική αρχή της αναγνώρισης της διαφοράς και της ανεκτικότητας έναντι εκείνων των μορφών ετερότητας, οι οποίες δεν αντιβαίνουν στον πανανθρώπινο κώδικα αξιών, και συναρτάται τόσο με την αρχή της ουδετερότητας του κράτους και του δημόσιου χώρου σε ζητήματα ταυτότητας όσο και με τη μέριμνα για την άρση των διακρίσεων σε βάρος των μειονεκτουσών ομάδων του πληθυσμού, διακρίσεις που ενεργοποιούν τις πολιτικές ταυτότητας και τους προσδίδουν ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Ουσιαστικές εκλεκτικές συγγένειες με τη φιλελεύθερη στρατηγική έχουν, κατά τη γνώμη μου, και οι ρεπουμπλικανικές ή και οι νεομαρξιστικές προσεγγίσεις, παρά το γεγονός ότι αντικαθιστούν την προτεραιότητα του ατόμου από το ιδεώδες της αναζήτησης και πραγμάτωσης του συλλογικού ιδεώδους, συναρτώντας την ιδέα της ελευθερίας με αυτές της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικουμενικής χειραφέτησης.
Τέλος, η τρίτη στρατηγική είναι αυτή της πολυπολιτισμικότητας, ως θεωρητικά ερείσματα της οποίας λειτουργούν ο κοινοτισμός και ο μεταμοντέρνος σχετικισμός. Η πολυπολιτισμική στρατηγική αντιστρατεύεται ταυτόχρονα τόσο τον εθνοκεντρισμό όσο και τον οικουμενισμό ως πλασματικές και φενακιστικές μορφές κοινωνικο-πολιτικής συσσωμάτωσης και συγκρότησης ταυτότητας, χωρίς, ωστόσο, να αμφισβητεί την προτεραιότητα της κοινότητας ή του εθνοπολιτισμικού περιβάλλοντος έναντι του ατόμου. Παράλληλα, όμως, διεκδικεί στις μετριοπαθείς της εκδοχές την αναγνώριση της ετερότητας και την κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική ισοτιμία, προβάλλοντας το αίτημα της θέσπισης συλλογικών δικαιωμάτων ή της εφαρμογής πολιτικών θετικών διακρίσεων (affirmative action). Απεναντίας, στις ριζοσπαστικές της εκδοχές καταλήγει στην πολιτισμική περιχαράκωση, στη διεκδίκηση αυτονομίας και στην απόσχιση.
                Ο Jack H. Plumb, ο οποίος γράφοντας στην ατμόσφαιρα της πολιτισμικής επανάστασης του 1968 διαπίστωνε κατηγορηματικά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Ο θάνατος του παρελθόντος ότι επίκειται το τέλος της αυθεντίας και της τυραννίας του παρελθόντος επί του παρόντος, παρά την ύπαρξη «ορισμένων θυλάκων αντίστασης», έχει στην αυγή του 21ου αιώνα διαψευστεί οικτρά. Το παρελθόν ούτε «είναι ήδη νεκρό», όπως προαναγγελλόταν από την προϊούσα επιστημονικοποίηση της ιστορικής έρευνας και την αύξουσα επιρροή της ιστορικής επιστήμης στον δημόσιο λόγο, ούτε και «ακούγεται σίγουρα ο επιθανάτιος ρόγχος του». Απεναντίας, θα έλεγα ότι διατηρεί εν μέρει την κανονιστική του λειτουργία, ενώ, παράλληλα, εξακολουθεί να εξελίσσει  αυτή που το αναδεικνύει σε πλαίσιο αναφοράς της συλλογικής ταυτότητας. Το παρελθόν δηλαδή παραμένει ζωντανό, ενεργό και πολύσημο, παρά το γεγονός ότι έχει κατακερματιστεί και μετατραπεί περισσότερο από ποτέ άλλοτε σε επίδικη υπόθεση, σε πεδίο ερμηνευτικών διαμαχών, σε θεμέλιο πολλαπλών και αντιθετικών μεταξύ τους ταυτοτήτων. Ο Peter Novick υπέδειξε μεταξύ των πρώτων τη νέα αυτή εργαλειακή, θα λέγαμε, προσέγγιση του παρελθόντος επισημαίνοντας τη ριζική σημασιολογική μετατόπιση που έχει συντελεστεί από τη συνθηματολογική ιστοριογραφική επιλογή του Carl Becker το 1932 «καθένας ας γίνει ιστορικός του εαυτού του», η οποία σηματοδοτούσε την αναγκαιότητα εκδημοκρατισμού της ιστορικής κουλτούρας, αναδείκνυε την πολυμέρεια της ιστορικής επιστήμης και έθιγε το ζήτημα των πολλών εστιών παραγωγής ιστορικού λόγου, έως την τρέχουσα ιστοριογραφική, αλλά και κοινωνική πρακτική που κωδικοποιείται στο σύνθημα «κάθε ομάδα ιστορικός του εαυτού της». Σημασιολογική μετατόπιση, η οποία εκφράζει την πραγματικότητα του ακαδημαϊκού κατακερματισμού της επιστήμης της ιστορίας, παράλληλα όμως, παραπέμποντας στις σύνθετες διεργασίες συγκρότησης και πραγματικής ή συμβολικής διαμάχης των κοινωνικών υποκειμένων στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας συνθήκης, αλλά και μετατροπής του ενδιαφέροντος για το παρελθόν είτε σε έρεισμα είτε σε καταναλωτικό αγαθό, επισείει και τον κίνδυνο του ακραίου σχετικισμού, της εθνοπολιτισμικής περιχαράκωσης και, σε τελική ανάλυση, της ίδιας της απώλειας ενός υπό προϋποθέσεις δεσμευτικού νοήματος, που συνιστούν, άλλωστε, τα πιο εύγλωττα συμπτώματα της παθολογίας της μετανεωτερικής ιστορικής σκέψης και κουλτούρας.[2] Αν ο αναγκαίος εκδημοκρατισμός της ιστορικής επιστήμης και κουλτούρας αφενός και η απώλεια του μοναδικού και ενιαίου νοήματος του παρελθόντος υπό το βάρος ιδεολογικών και εργαλειακών χρήσεων και καταχρήσεων των κοινωνικών ομάδων αφετέρου συγκροτούν τους δύο αντιτιθέμενους πόλους της μετανεωτερικής αναφοράς στο παρελθόν, στο ενδιάμεσο διάστημα που διανοίγεται, μπορεί ακόμα, σύμφωνα με τον αισιόδοξο Keith Jenkins, να υπάρξει «χώρος για το επιθυμητό αποτέλεσμα για όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και κοινότητες ανθρώπων να κατασκευάσουν δικές τους ιστορίες που να μπορούν να επιφέρουν πραγματικά αποτελέσματα (να έχουν πραγματική φωνή) στον κόσμο».[3] Πρόκειται, όπως είναι εύλογο, για επεξεργασμένες βιωματικές και διανοητικές εκδοχές του παρελθόντος «[...] που ήταν προηγουμένως κρυμμένες ή αποσιωπημένες, που είχαν προηγουμένως παραβλεφθεί ή αχρηστευθεί [...]» και οι οποίες πλέον «μπορεί να έχουν απελευθερωτική, πρακτική αξία για το παρόν».[4]            
«Η φράση “πόλεμοι της κουλτούρας” παραπέμπει», όπως γράφει ο Tery Eagleton, «σε αδυσώπητες συγκρούσεις μεταξύ των λαϊκιστών και των ελιτιστών, μεταξύ των υπερασπιστών των θεσμών και των πιστών της ετερότητας, μεταξύ των μνημειωμένων λευκών [dead white males] και των αδίκως παραγνωρισμένων. Ωστόσο, η σύγκρουση ανάμεσα στην Κουλτούρα και την κουλτούρα δεν είναι πλέον μια σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών ορισμών, αλλά μια παγκόσμια διαμάχη. Πρόκειται για ένα ζήτημα πρακτικής πολιτικής και όχι θεωρητικής. [...] Είναι μια διαμάχη που εντάσσεται στο πλαίσιο της μορφής που έχει πάρει η παγκόσμια πολιτική στη νέα χιλιετία.[...] Οι πόλεμοι της κουλτούρας έχουν να κάνουν με ζητήματα όπως είναι η εθνοκάθαρση, και όχι με την αξία του Ρακίνα ή της σαπουνόπερας».[5]
                Μολονότι η κουλτούρα προϋποθέτει κοινωνικές διαφοροποιήσεις, αλληλοσυγκρουόμενα συλλογικά υποκείμενα και ανταγωνιστικά πλαίσια ιδεών, αξιών και κοινωνικών πρακτικών, δεν είναι δυνατόν να παραγνωριστεί και η λειτουργία της ως κοινού τρόπου ζωής, ως συνεκτικού νοήματος για ένα ολόκληρο κοινωνικό σχηματισμό. Με αυτή την έννοια, ως ζωτικό κέντρο της κουλτούρας λειτουργεί η κοινή ιστορική συνείδηση, η επίγνωση δηλαδή μιας συλλογικής ταυτότητας που ανάγεται στο παρελθόν, επαναβεβαιώνεται ή ανασημασιοδοτείται στο παρόν και εξακτινώνεται στο μέλλον. Πώς όμως είναι δυνατόν σε μια ιστορική περίοδο γενικευμένων πολιτισμικών πολέμων με εμβλήματα την Ιστορία και την Κουλτούρα, σε μια εποχή στην οποία επανέρχεται στο προσκήνιο η δεοντολογική επεξεργασία του παρελθόντος, σε μια ιστορική φάση διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και δημιουργίας νέων αποκλεισμών και ανταγωνισμών σε ενδοκρατικό, περιφερειακό ή πλανητικό επίπεδο, σε μια μεταβατική τομή του ιστορικού χρόνου, η οποία χαρακτηρίζεται από κενά και στρεβλώσεις στη συλλογική αυτοσυνειδησία, σοβούσες συμβολικές διαμάχες, δημόσιες και επιστημονικές αντιπαραθέσεις για την πατρότητα, το νόημα και την χρησιμότητα κληροδοτημένων παραδόσεων, όπως επίσης για την ύπαρξη ή όχι κανονιστικών αξιακών προτύπων ή τρόπων προσέγγισης της αλήθειας, να πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν να φορτίσουμε με κοινό νόημα το παρελθόν, να διαμορφώσουμε κοινές αντιλήψεις για το παρόν και να προβάλουμε στο μέλλον κοινούς φόβους, αβεβαιότητες και προσδοκίες; Πώς είναι δυνατόν μέσα σε μια χαοτική πραγματικότητα προϊόντος κατακερματισμού και συρράξεων, άσκησης υλικής ή συμβολικής βίας, όπου τα άτομα ως μέλη εθνοπολιτισμικών ομάδων- κοινοτήτων συναρτούν την προσωπική τους αξιοπρέπεια και ευδαιμονία από την επιβίωση και την αναγνώριση αυτών των ομάδων,[6] να φαντασιωνόμαστε την ύπαρξη μιας πρωταρχικής κεντρομόλου δύναμης που μπορεί να συνθέσει, να συγκεράσει και να αποκρυσταλλώσει τις άπειρες πολύεδρες ψηφίδες πολύτροπων και φυγόκεντρων ιστορικών βιωμάτων, κοσμοθεωρητικών και ιδεολογικο-πολιτικών αντικατοπτρισμών σε μια νέα ενιαία και πολύπλοκη οντότητα, σε μια νέα πολύχρωμη φασματική ιστορική κουλτούρα; Πώς είναι δυνατόν να μπορεί να γίνει πραγματικότητα το όραμα μιας οικουμενικής πολιτισμικής σύνθεσης θεμελιωμένης στις ιδέες της ενότητας, της ελευθερίας, της αυτονομίας και της πολιτισμικής πολυμορφίας, στην άρνηση αυτού που χωρίζει και στην κατάφαση αυτού που ενώνει, σαν άλλος ήλιος με πολλούς πλανήτες, όταν η διαφορά και η ετερότητα αναγορεύονται σε αυταπόδεικτες αξίες μη επιδεχόμενες διαπραγμάτευση ή περαιτέρω αναγωγή; Πώς είναι δυνατόν να οικοδομηθεί ένα κοινά δεσμευτικό αξιακό πλαίσιο που θα μετατρέπει την αέναη διαπάλη μεταξύ κεντρομόλων και φυγόκεντρων δυνάμεων σε δημιουργική ενέργεια για την ορθολογική αποτίμηση και την υπέρβαση των διαιρετικών αντιθέσεων που διαπερνούν το σώμα της Ιστορίας; Για το λόγο αυτό, στο χαοτικό αυτό πεδίο σημασιών και ενώπιον μιας συντηρητικής αναδίπλωσης πλανητικής κλίμακας ίσως «δεν θα πρέπει να σκεφτόμαστε με το τι θα ήταν καλύτερο, αλλά και με το τι θα μπορούσε να πάει ακόμα πιο στραβά».[7]    
Το βιβλίο Ιεροί Πόλεμοι για την Ιστορία και την Κουλτούρα. Το παράδειγμα της σχολικής ιστορίας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ανακαλεί οπωσδήποτε στο νου παραδείγματα έργων της πρόσφατης αμερικανικής ιστοριογραφίας, όπως λόγου χάριν αυτό των Edward T. Linenthal και Tom Engelhardt, History Wars: The Enola Gay and Other Battles for the American Past (Henry Holt, New York 1996). Kινείται στο πεδίο του διεπιστημονικού προβληματισμού και του δημόσιου διαλόγου αναφορικά με το νοηματικό περιεχόμενο και τη συγκρουσιακότητα των ιδεών και εννοιών που αφορούν τις χρήσεις του παρελθόντος από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και φορείς εξουσίας: την ταυτότητα, την ετερότητα, το βίωμα, την ιστορική μνήμη, την ιστορική αλήθεια. Παράλληλα, εξετάζει την κοινωνικο-πολιτική και ιδεολογική πλαισίωση των εννοιών αυτών, στο κρίσιμο στάδιο της μετάβασης από το νεωτερικό στο μετανεωτερικό παράδειγμα. Αναφέρεται στην υποστασιοποίηση της κουλτούρας και της ιστορίας και στην αναγωγή τους σε πρωταρχικά γνωρίσματα της συλλογικής ταυτότητας, όπως και στην αναγωγή τους σε επίδικα ζητήματα, σε πεδία αποκρυστάλλωσης και εκφόρτισης του δυναμικού εξουσίας, το οποίο εκλύει σε συνθήκες μεταβατικότητας ή κρίσης η διαπάλη των ανταγωνιζόμενων κοινωνικών υποκειμένων όχι μόνο στο εθνο-κρατικό, αλλά και στο πλανητικό πεδίο. Στο βιβλίο διερευνώνται οι τρόποι συγκρότησης ιστορικής συνείδησης και εθνοπολιτισμικής ταυτότητας, οι μηχανισμοί οργάνωσης και το περιεχόμενο της συλλογικής μνήμης, καθώς και το πλαίσιο και οι όροι τόσο της διεκδίκησης πολλαπλών ιστορικών παρελθόντων από τις καταπιεσμένες ή μειονοτικές κοινωνικές ομάδες όσο και της δυνατότητας ενσωμάτωσης των ιστορικών βιωμάτων των αποκλεισμένων ή «αόρατων» κοινωνικών ομάδων στο ενιαίο ιστορικό αφήγημα που συναρτάται με την κυρίαρχη ιδεολογία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι η αιχμή του προβληματισμού βρίσκεται ακριβώς στην ανάγκη, στους όρους και στα όρια του εμπλουτισμού της δημόσιας μνήμης και του περιεχομένου της ιστορικής μάθησης στο σχολείο με τα ιστορικά βιώματα των φυλετικών, εθνοπολιτισμικών και μεταναστευτικών κοινοτήτων, που συγκροτούν το πολύχρωμο μωσαϊκό της αμερικανικής κοινωνίας. Όπως επισήμανα, άλλωστε, σε προηγούμενο βιβλίο μου παραπέμποντας στον σχετικό προβληματισμό του αμερικανού ιστορικού Mark Poster,  «η απλή και μόνο παρουσία στις σχολικές αίθουσες μεγάλου αριθμού μαθητών και σπουδαστών, οι οποίοι προέρχονται από εθνοπολιτισμικές μειονότητες, καθιστά πλέον αδιανόητη την προσέγγιση της ιστορίας του Δυτικού κόσμου από την ευρωκεντρική και οικουμενική σκοπιά. Η επιστήμη της ιστορίας ενοχοποιείται για την οργανική σύνδεσή της με αυτές τις καταπιεστικές κατευθυντήριες ροπές λόγω της στράτευσής της στην ιδέα της απόλυτης παγκόσμιας και αντικειμενικής αλήθειας. Κατά συνέπεια, με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει δυνατή η απαλλαγή της ιστορικής επιστήμης από τις ευρωκεντρικές επιστημολογικές αντιλήψεις της, εάν, ταυτόχρονα, θεωρηθεί ότι πρέπει να διατηρηθεί ενεργή η στάση που αντιμετωπίζει την αποδοχή της μιας και μοναδικής αλήθειας ως συμβατή με τη δημοκρατική πολιτική λογική και ηθική;»[8]   
Όμως, καθώς στην προσέγγιση που επιχειρώ παραμένει δεσπόζουσα η χρονική διάσταση και η αναζήτηση αιτιωδών συναφειών σε συγκεκριμένο τόπο και σε αναφορά με συγκεκριμένα φαινόμενα και γεγονότα, το βιβλίο δεν αποσπάται, όπως τουλάχιστον εκτιμώ, από το επιστημονικό πλαίσιο της ιστορικής έρευνας και κατά βάση από τη μελέτη των επιστημολογικών, κοσμοθεωρητικών και ιδεολογικών συμφραζομένων της σύγχρονης ιστοριογραφίας ως ολότητας. Μια τέτοια προσέγγιση βλέπει την ιστοριογραφία να εξακτινώνεται από την πρακτική της παραγωγής νέας γνώσης έως τη διδακτική της «μετατόπιση» και την κοινωνική της αναπαραγωγή στις σχολικές τάξεις της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όπως επίσης από τη διεύρυνση του φάσματος των λειτουργιών που επιτελεί ο νέος κοινωνικός ρόλος του ιστορικού έως τη γενικότερη διαμόρφωση της ιστορικής κουλτούρας ή και τη χρήση της ιστορίας ως πλαισίου οργάνωσης των πολιτικών ταυτότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, η ιστορία της ιστοριογραφίας και η μελέτη των κοινωνικών λειτουργιών που επιτελεί η ιστορική γνώση συναντά την κοινωνιολογία της κουλτούρας και της ιστορικής συνείδησης.
Έχοντας την πεποίθηση ότι η γνώση δεν πρέπει να κατακερματίζεται σε περίφρακτες περιοχές και χρησιμοποιώντας ως κινητήριο μοχλό την επιθυμία υπέρβασης της επιστημονικής μονομέρειας, αισθάνθηκα την ανάγκη να «ερωτοτροπήσω» με την αξίωση της συνολικότερης προσπέλασης των σχέσεων της διανοητικής σφαίρας με τις σύγχρονες κοινωνικο-πολιτικές διαμάχες και τους προσανατολισμούς του εκπαιδευτικού συστήματος στον τομέα ιδιαίτερα της σχολικής ιστορίας. Στο πνεύμα αυτό, το βιβλίο επιδιώκει να αποτελέσει μια γόνιμη συμβολή, να συγκροτήσει δηλαδή ένα δυναμικό πλαίσιο επισημάνσεων, υποθέσεων εργασίας, τεκμηρίων και επιχειρημάτων, ένα σύνθετο όσο και εύπλαστο ερμηνευτικό σχήμα, με το οποίο μπορεί να επιτευχθεί η ιστορική, κοινωνιολογική και φιλοσοφική, θα έλεγα, προσέγγιση και αποτίμηση τόσο του περιεχομένου όσο και των λειτουργιών που επιτελούν στην αυγή της τρίτης χιλιετίας προνομιακές έννοιες του δυτικού πολιτισμού, όπως «ιστορική συνείδηση», «εθνοπολιτισμική ταυτότητα», «ετερότητα», «μειονότητα», «οικουμενικότητα», στις οποίες τα συλλογικά υποκείμενα εγγράφουν συχνά αλληλοαποκλειόμενα νοήματα προκειμένου να υποστηρίξουν τις δικές τους στρατηγικές και αξιώσεις ισχύος.
Το βιβλίο εκ των πραγμάτων διερευνά το φάσμα των συσχετισμών και των αμοιβαίων καθορισμών των παραπάνω εννοιών, όπως αυτοί αντανακλώνται στην ιστορική σκέψη, σε αναφορά με το πλαίσιο των συγκεκριμένων χωροχρονικών τους συμφραζομένων, όπου το στίγμα δίνεται από τη γενικευμένη επιστημονική και δημόσια διαμάχη, που χαρακτηρίζει τις Δυτικές κοινωνίες στο μεταίχμιο 20ού  και 21ου αιώνα, σχετικά με τις ασυνέχειες που δημιουργούν και τις αντίρροπες κινήσεις που προκαλούν ιστορικά δρώμενα ή τάσεις, όπως: 1ον) η μονοκρατορία των Η.Π.Α. και η εμφάνιση μεσαίων Δυνάμεων με «περιφερειακές ηγεμονικές φιλοδοξίες», 2ον) η παγκοσμιοποίηση, η υπερεθνική αλληλεξάρτηση και η μεταβίβαση μέρους των αρμοδιοτήτων των εθνών-κρατών σε υπερεθνικά μορφώματα ή διεθνείς οργανισμούς, γεγονός που επιφέρει την κατάργηση της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, 3ον) η πολυπολιτισμικότητα και ο ηθικός οικουμενισμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και η διάσπαση της κοινωνικο-πολιτικής συνοχής και αλληλεγγύης των σύγχρονων κοινωνιών από την ανάδυση αντιθετικών πολιτικών ταυτότητας, 4ον) η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία, 5ον) ο νέος αντισταθμιστικός σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση και τις υπερεθνικές στρατηγικές ριζοσπαστικός εθνικισμός, 6ον) η μεταμοντέρνα συνθήκη και ο σύμφυτος με αυτή μεταμοντερνισμός ως το κοσμοθεωρητικό της μόρφωμα (=αντικατάσταση του αστικού συνθετικού-εναρμονιστικού σχήματος σκέψης από το αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα της μαζικής δημοκρατίας), και, τέλος, 7ον) η ιδιάζουσα «ζήτηση ιστορίας». Οι διεργασίες αυτές αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, τα ειδοποιά γνωρίσματα της πλανητικής εποχής.[9]
Η μελέτη της περίπτωσης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι παραδειγματική για δύο λόγους: ο πρώτος αφορά την αναγωγή των Η.Π.Α. σε ενδεικτικό μοντέλο για την κατανόηση τόσο της ιστορικής δυναμικής που δημιουργεί η πλανητική εποχή, όσο και των αντιφάσεων που διαπερνούν τις δυτικές κοινωνίες˙ ο δεύτερος παραπέμπει στο γεγονός ότι τα τεκταινόμενα στις Η.Π.Α. συνθέτουν ευρύ τμήμα του φάσματος της παγκόσμιας δημόσιας σφαίρας, αποτελούν το επίμαχο και επίζηλο αντικείμενο των πολλαπλών ροών επικοινωνίας και διαβούλευσης που ενοποιούν τον σύγχρονο κόσμο.
Ειδικότερα, με το βιβλίο αυτό, επιχειρώ να ανασυγκροτήσω και να συνδέσω μεταξύ τους ενδεικτικές όψεις του πεδίου της δημόσιας διαμάχης και ρητορικής, της ιδεολογικής σύγκρουσης και της επιστημονικής αντιπαράθεσης που διεξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, στην παραδειγματική αυτή πολυπολιτισμική κοινωνία της Δύσης, σε αυτό το «μεγα-εργαστήριο» της πολλαπλότητας, των αντινομιών και των υβριδικών μεταμορφώσεων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου οι πλέον προωθημένες εκφάνσεις του επιστημονικού και τεχνολογικού πολιτισμού συνοδοιπορούν με την παλινδρόμηση στα θέσφατα του δημιουργισμού ποινικοποιώντας στην πραγματικότητα τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης˙ στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου η δημοκρατική πολιτεία συνυπάρχει με ένα καθεστώς ασφάλειας που εμπεδώνει την κυριαρχία του με την ενεργοποίηση «καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης». Ειδικά, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 οι Η.Π.Α. μοιάζουν με το διπρόσωπο κεφάλι του Ιανού, με τη μία του όψη να απεικονίζει την ιδεατή τους μορφή και την άλλη του την πραγματική ή, αν θέλετε, την κακέκτυπη. Πρόκειται, από τη μία πλευρά, για τις Η.Π.Α. των οικουμενικών πολιτικών ελευθεριών, που δεν έχουν όμως ακόμα καταφέρει να αναγνωρίσουν και να προστατεύσουν την ετερότητα ούτε στο εξωτερικό ούτε στο εσωτερικό τους «με κάθε ατομική και συλλογική σημασία» και χωρίς την επίκληση επιλεκτικών και χρησιμοθηρικών κριτηρίων, αφού άλλωστε μόλις πρόσφατα (2005) αρνήθηκαν να προσυπογράψουν το ψήφισμα της Unesco για την πολυπολιτισμικότητα˙ αλλά, από την άλλη πλευρά, και για τις Η.Π.Α., που αλλοιώνουν τη δημοκρατία επικαλούμενες το καθεστώς εθνικής ασφάλειας και την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αφενός μεν δημιουργώντας «μια ανεξέλεγκτη ζώνη δύναμης, βαρβαρικής και βίαιης, που ενεργεί χωρίς δημοκρατική επίβλεψη», αφετέρου δε αξιώνοντας να έχουν «απόλυτη εξουσία πάνω στους πολίτες».[10]
Στο βιβλίο αυτό, έχοντας λοιπόν ως πεδίο αναφοράς την αμερικανική πολιτική, κοινωνική και διανοητική σκηνή σε σχέση με τα διαδραματιζόμενα στο εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικότερα με τις δράσεις που αφορούν τον αναπροσανατολισμό του μαθήματος της Ιστορίας, θα με απασχολήσει η ιδεολογική διαμάχη που επικεντρώνεται στο δίπολο ταυτότητα – ετερότητα κατά την κρίσιμη ιστορική συγκυρία που συνιστά η μετάβαση από τη λεγόμενη ύστερη νεωτερικότητα στη μεταμοντέρνα κατάσταση και την πλανητική εποχή. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στη διαπάλη των ποικίλων συλλογικών υποκειμένων σχετικά με τη νοηματοδότηση του παρελθόντος με στόχο τη δικαίωση ή την απαξίωση του παρόντος, αλλά και την ευόδωση των προσδοκιών τους στο μέλλον. Η προσοχή μου θα στραφεί στη διερεύνηση της σχέσης που έχουν τα αναδυόμενα εναλλακτικά ή και αντίπαλα ιστορικά αφηγήματα με τη συγκρότηση της αυτοεικόνας και της ταυτότητας των φυλετικών και εθνοπολιτισμικών μειονοτήτων, οι οποίες, αν και θα έπρεπε να νοούνται ως οργανικά τμήματα του αμερικανικού λαού, δεν φαίνεται να έχουν ακόμη αξιωθεί το μετασχηματισμό των βιωμάτων, του τρόπου ζωής, των ιστορικών εμπειριών τους και της διαφορετικότητάς τους, όπως και της γενικότερης προσφοράς τους στην αμερικανική κοινωνία, σε διακριτές θεματολογικές περιοχές ενός ενιαίου ιστορικού αφηγήματος.
                Είναι εύλογο ότι στο βιβλίο αυτό θα αντιμετωπιστούν ζητήματα που αφορούν τους τρόπους με τους οποίους η ιστορική επιστήμη στις διάφορες εκδοχές της, οι πολιτικές ιδεολογίες, οι ποικίλοι μηχανισμοί συγκρότησης ιστορικής κουλτούρας και συνείδησης, οι ομάδες ισχύος, πεποιθήσεων και γνώμης, συμφερόντων και πίεσης, καθώς και τα Μ.Μ.Ε., οι αρθρογραφούντες δημοσιολόγοι και η πολιτιστική βιομηχανία στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής οργανώνουν τον δημόσιο λόγο για την ιστορία. Στο βιβλίο διατυπώνεται η άποψη ότι συντίθενται και αναδύονται στον δημόσιο λόγο αντίπαλες ή αποκλίνουσες «αναγνώσεις» του παρελθόντος σε ευθεία σχεδόν αντιστοιχία με τα ιδεολογικά προγράμματα, επιδρώντας αποφασιστικά τόσο στο γνωστικό και αξιακό περιεχόμενο, όσο και στις μεθοδολογικές και διδακτικές πρακτικές του μαθήματος της Ιστορίας. Για την εξέλιξη αυτή λειτουργούν ευνοϊκά οι συνθήκες που έχει δημιουργήσει η συνδρομή των ακόλουθων παραγόντων: 1ον) η αποσυσχέτιση του έθνους από το κράτος, σε συνθήκες γενικευμένης παγκοσμιοποίησης και εσωτερικού κατακερματισμού του λαού, καθώς και η συνεπαγόμενη νοηματοδότηση του έθνους κατά κύριο λόγο ως πολιτισμικής κατά κύριο λόγο οντότητας,[11] 2ον) η ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών ταυτότητας και η απουσία ενοποιητικών μύθων, 3ον) ο εκδημοκρατισμός της ιστορικής επιστήμης και κουλτούρας, 4ον) η ακμάζουσα λειτουργία της λεγόμενης «δημόσιας ιστορίας» (public history)[12], και, τέλος, 5ον) οι ασύμμετρες εκπαιδευτικές πολιτικές που σχεδιάζουν και θέτουν σε εφαρμογή κρατικά επιτελεία, κομματικές γραφειοκρατίες, κοινωνικές ομάδες και Μ.Μ.Ε., οι οποίες εκ των πραγμάτων άπτονται του πεδίου της οικονομίας, των ταξικών σχέσεων και των μηχανισμών κοινωνικής αναπαραγωγής δεδομένου ότι συνδέονται οργανικά με τη βιομηχανία της ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς.[13] Χρησιμοποιώντας, με άλλα λόγια, ως πολιορκητικό κριό τα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά εγχειρίδια της ιστορίας, αντίπαλες κοινωνικο-πολιτικές ομάδες μάχονται για τη συγκρότηση και την ηγεμονία ενός συμπαγούς μετώπου ιδεών, αξιών και ιστορικών ερμηνειών, που από τη μία πλευρά εκλογικεύει και ομογενοποιεί κατά το δοκούν το παρελθόν δικαιώνοντας ή απαξιώνοντας κατά περίπτωση το παρόν, αλλά και από την άλλη πλευρά προβάλλει στο μέλλον είτε ουτοπίες, προσδοκίες και ελπίδες είτε φόβους, ανασφάλειες, αβεβαιότητες και εσχατολογικά οράματα καταστροφής του πολιτισμού, της Δύσης, της χριστιανικής θρησκείας, του έθνους...
                Η μελέτη των προαναφερθέντων ζητημάτων στο πλαίσιο που συνθέτει η αμερικανική κοινωνία, δεν έχει χαρακτήρα αφηρημένης χαρτογράφησης, αλλά επιζητεί, όπως προαναφέρθηκε, την οργανική τους ένταξη σε συγκεκριμένα πλαίσια ιστορικών συμφραζομένων, κοινωνικο-πολιτικών, ιδεολογικών και επιστημολογικών. Συμφραζομένων που σχετίζονται με την επίταση των ταξικών και φυλετικών διαιρέσεων της αμερικανικής κοινωνίας, με τη σοβούσα διαμάχη για ιδεολογική ηγεμονία, που διαπερνά την αμερικανική κοινωνία και πολιτική σκηνή από τη δεκαετία του 1960 έως τις μέρες μας, με τη μεταβατική κατάσταση που χαρακτηρίζει το πεδίο της ιστοριογραφίας και της ιστορικής κουλτούρας γενικότερα σε ολόκληρο το Δυτικό κόσμο, αλλά κατά κύριο λόγο στις Η.Π.Α., μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου,[14] και, τέλος, με τη γενικευμένη σύγκρουση ανάμεσα στη δεσπόζουσα πολιτισμική λογική του νεοσυντηρητισμού / νεοφιλελευθερισμού και αυτή των ριζοσπαστικών τουλάχιστον εκδοχών του μεταμοντερνισμού και της πολυπολιτισμικότητας.
Σε μια τέτοια λοιπόν ιστορική συγκυρία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία τα ακόλουθα ζητήματα:
1ον) το ζήτημα της θεωρητικής προσέγγισης και των πολιτικών διαχείρισης της ετερότητας (γκετοποίηση, αφομοίωση, πολυπολιτισμός) υπό την έννοια είτε της αντιμετώπισής της ως απειλής είτε ως ενός συστατικού παράγοντα των διεργασιών κοινωνικο-πολιτικής και πολιτισμικής συγκρότησης˙ κατ’ επέκταση, το ζήτημα του προσδιορισμού, της ιστορικής διαμόρφωσης και των κοινωνικών λειτουργιών της ίδιας της έννοιας της ταυτότητας˙
2ον) το ζήτημα των επιστημολογικών και μεθοδολογικών προϋποθέσεων, αλλά και των σκοπών και του γνωστικού και αξιακού περιεχομένου κάθε ιστορικής ανακατασκευής, η οποία οφείλει να μην υπακούει στη λογική της εργαλειακής χρήσης του παρελθόντος για την εξυπηρέτηση των σκοπιμοτήτων του παρόντος, αλλά στο επιστημονικό ιδεώδες της ιστορικής αλήθειας και στο ηθικό πρόταγμα της συλλογικής αυτογνωσίας και υπευθυνότητας, που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη χειραφέτηση των ανθρώπινων ομάδων και στην ενεργητική προσαρμογή τους στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον...
Διατυπωμένο σε αυτό το κάπως πιο παραδοσιακό ιδίωμα, το βιβλίο επικεντρώνεται στο λεγόμενο ‘πρακτικό παρελθόν’, δηλαδή στις διάφορες ανασυστάσεις του παρελθόντος για άμεσους, επίκαιρους, πολιτικούς σκοπούς – κι όχι στο αμιγώς ‘ιστορικό παρελθόν’ που ενδιαφέρει μόνον ως προσπάθεια να καταλάβουμε τι έγινε. Αλλά εδώ το πρόβλημα που εξετάζω στρέφεται, μετα-θεωρητικά, εναντίον μου – και γι’ αυτό είμαι υποχρεωμένος να διατυπώσω μια επιφύλαξη που ο ίδιος τρέφω απέναντι στην προσέγγιση που επιχειρώ. Η επιφύλαξη αυτή έχει να κάνει με το δυσεπίλυτο για έναν ιστορικό πρόβλημα της χρονικότητας της δικής του σκοποθέτησης. Είναι λοιπόν προφανές ότι δεν με χωρίζει από το αντικείμενο της μελέτης μου (τη σχολική ιστορία στις ΗΠΑ) η απαραίτητη εκείνη χρονική απόσταση που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις μιας πιο αποστασιοποιημένης προσέγγισης. Καταπιάνομαι δηλαδή με μια μορφή εργαλειακής αξιοποίησης του παρελθόντος, η οποία εκτυλίσσεται στις μέρες μας και απέναντι στην οποία ο ίδιος παίρνω (και νομίζω ότι οφείλω να πάρω) θέση. Δεν τελώ λοιπόν υπό το κράτος της ψευδαίσθησης ότι παρακινούμαι απλώς και μόνον από αγνή γνωστική περιέργεια – πώς εξάλλου θα ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Και η συνειδητοποίηση αυτή επιτείνει το παράτολμο του όλου εγχειρήματος, το οποίο προσφέρω στον αναγνώστη απλώς ως μια δέσμη υποθέσεων εργασίας - ως ένα πλαίσιο συζήτησης για το συγκεκριμένο θέμα και για ορισμένες από τις άδηλες πτυχές του.

Αλλά ας επιστρέψω σε αυτό. Όπως επισημαίνει ο Παντελής Λέκκας, «μετά την εθνικότητα και την ταξικότητα της νεότερης ιστορίας», στις ταχέως παγκοσμιοποιούμενες κοινωνίες που ανατέλλουν «σειρά μπορεί να έχουν η τοπικότητα, το φύλο, η φυλετική προέλευση, η θρησκευτική πίστη – και, πιθανώς, οι παράμετροι αυτές να οδηγήσουν στην κατασκευή καινούργιων ειδώλων, στην εμφάνιση καινούργιων εκλεκτικισμών και εκλογικεύσεων, στη μυθοπλασία καινούργιων αντιλήψεων για τον κόσμο [...]».[15]  Για το λόγο αυτό, στις σελίδες που ακολουθούν θα θιγούν ζητήματα που αναφέρονται στους τρόπους με τους οποίους οι αντίπαλες –και ενδεχομένως ασύμβατες μεταξύ τους– λογικές συγκρότησης της ιστορικής μνήμης, συνείδησης και κουλτούρας, που παραπέμπουν σε συγκεκριμένους φυλετικούς, πολιτισμικούς, ταξικούς και πολιτικούς επικαθορισμούς ή σε συγκεκριμένα και μοναδικά πλαίσια βιωμάτων, αποτυπώνονται όχι μόνο στον δημόσιο λόγο για την ιστορία ή στο λόγο των διανοουμένων, των απολογητών και των προπαγανδιστών, αλλά οργανώνουν τη μεθοδολογική σκευή, το γνωστικό και αξιακό περιεχόμενο της σχολικής ιστορίας ως κατεξοχήν μορφής συγκρότησης συλλογικής ταυτότητας. Άλλωστε, είναι γνωστή η καθοριστική επίδραση που ασκούν στη συγκρότηση του υποκειμένου οι πρώϊμες ταυτίσεις που πραγματοποιούνται στα αρχικά στάδια της διαδικασίας πολιτικής κοινωνικοποίησης μέσω των μαθημάτων φρονηματισμού, κυρίαρχη θέση μεταξύ των οποίων κατέχει η Ιστορία.[16] Οι ταυτίσεις αυτές ανάγουν την εθνικιστική ιδεολογία σε τρόπο ζωής. Παρουσιάζουν το έθνος όχι ως μία ιστορική κατασκευή, αλλά ως υπεριστορική οντότητα, βιολογικά και πολιτισμικά προσδιορισμένη. Περιγράφουν τα αντίπαλα έθνη ως υποστασιοποιημένους υπαρξιακούς εχθρούς, που συνιστούν απειλή για τη διαχρονική παρουσία και την ιστορική πορεία του «περιούσιου» έθνους. Προς την αντίθετη κατεύθυνση, ωστόσο, η υποκατάσταση του υποστασιοποιημένου έθνους από μια νέα υποστασιοποιημένη συλλογικότητα φυλετικού ή πολιτισμικού χαρακτήρα, κατά τα πρότυπα του αφροαμερικανισμού, παρά τη ριζοσπαστική της αξιακή φόρτιση, θα εγκλώβιζε ακόμα περισσότερο την ιστορική εκπαίδευση και κουλτούρα σε ένα αυτοαναφορικό κόσμο παραμορφωτικών κατόπτρων δημιουργώντας μια ψευδή και κατακερματισμένη συνείδηση της ιστορικής πραγματικότητας. 
Στο πλαίσιο που σκιαγραφήθηκε θα αντιμετωπιστούν επίσης ζητήματα, τα οποία, χωρίς να χάνουν τον επιστημονικό τους χαρακτήρα, μετατρέπονται σε διλημματικές επιλογές της εκπαιδευτικής πολιτικής που ασκεί όχι μόνο το κράτος, αλλά και κάθε ομάδα που διαθέτει και διαχειρίζεται εξουσία. Κυρίως θα τεθεί το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο το σύγχρονο φιλελεύθερο, εκκοσμικευμένο και δυνητικά τουλάχιστον απο-εθνικοποιημένο, και κατά συνέπεια πολυπολιτισμικό, κράτος, συγκεράζοντας την επιστημονική δεοντολογία και την παιδαγωγική ηθική, οφείλει να διαχειρίζεται και να επιλύει τις αναφυόμενες συγκρούσεις για το γνωστικό περιεχόμενο, το αξιακό υπόβαθρο και το διδακτικό πλαίσιο του μαθήματος της Ιστορίας. Συγκρούσεις που παίρνοντας τη μορφή πολέμων για την Ιστορία και την Κουλτούρα, με αφορμή την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στο επίπεδο των αναλυτικών προγραμμάτων και των σχολικών εγχειριδίων, καταλήγουν: α) στην αμφισβήτηση της ίδιας της ιστορικής αλήθειας και των μεθοδολογικών στρατηγικών για την προσέγγισή της, β) στη δημόσια διαμάχη για την αποσιώπηση ή κατονομασία τραυματικών ή επίμαχων ιστορικών γεγονότων, γ) στην αντιπαράθεση τόσο για την ανασυγκρότηση του πλαισίου που διέπει τους σκοπούς, το γνωστικό περιεχόμενο και το ιδεολογικό υπόβαθρο της μαθησιακής διαδικασίας, όσο και για την αναδιάταξη της οργανωτικής λογικής που συνέχει το πλαίσιο της θεματολογίας του μαθήματος (τοπική / εθνική / δυτικοκεντρική / παγκόσμια ιστορία), και δ) στον προβληματισμό για την αναγκαιότητα αντιστοιχίας της σχολικής ιστορίας με τις γενικότερες κατευθύνσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας.
Με δεδομένη τη δυσχέρεια εξασφάλισης συναίνεσης σε ζητήματα στα οποία εμπλέκονται πολιτικές ταυτοτήτων, η αρμοδιότητα και η ευθύνη για την επιλογή των κατευθύνσεων της διδασκαλίας του ιστορικού μαθήματος θα βαρύνει άραγε συμπληρωματικά το κράτος και τις εκπαιδευτικές αρχές, τους οργανωμένους επιστημονικούς και εκπαιδευτικούς φορείς, τις ομάδες συμφερόντων, που λειτουργώντας ως εκφραστές και διαμεσολαβητές της κοινωνίας των πολιτών προβάλλουν στο δημόσιο χώρο αντιτιθέμενες αξιώσεις ισχύος, ή ενδεχομένως και την ίδια την οικογένεια ως «πρωταρχικό κοινωνικό κύτταρο», το οποίο εκφράζει «την πολλαπλότητα και τον πλούτο των ταυτοτήτων και των παραδόσεων», σύμφωνα με τα ιδεολογικά αξιώματα της χριστιανικής πτέρυγας του αμερικανικού νεοσυντηρητισμού;[17] Είναι σαφές ότι η διαφαινόμενη ανάθεση της καθοριστικής αρμοδιότητας και ευθύνης στην οικογένεια –παρά το επίχρισμα μεταμοντέρνου αντικρατισμού και ηθικολογούσας αυτονομίας– δεν απονευρώνει μόνο το κράτος ως εντολοδόχο και συγκεραστή των αντιτιθέμενων συμφερόντων, τα οποία αρθρώνονται στο πλαίσιο της διαπάλης των θεσμοποιημένων φορέων της κοινωνίας των πολιτών, αλλά καταλύοντας τον λειτουργικό δυϊσμό ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας ακυρώνει την ίδια τη δυνατότητα διαμεσολάβησης και διαβούλευσης για τα δημόσια αγαθά, που αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ίδια την ύπαρξη της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μια τέτοια απαισιόδοξη προοπτική, που θα ενέτασσε τα παιδιά στον περίκλειστο κόσμο των συμπαγών, μονολιθικών και στεγανών φυλετικών και εθνοπολιτισμικών ταυτοτήτων, καταλύοντας κάθε ιδέα αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αμοιβαίας κατανόησης των ετεροτήτων, οι οποίες συναποτελούν τον κοινωνικό οργανισμό, μπορεί να αποσοβηθεί μόνο με την αναδιάταξη του ανοικτού- δημοκρατικού-πλουραλιστικού ή διαπολιτισμικού σχολείου, στο οποίο η διαμόρφωση μιας ενιαίας δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας θα λειτουργεί ως καλός αγωγός για τη δημιουργία μιας δυναμικής και σύνθετης ιστορικής συνείδησης, που θα μπορεί αφενός να κατανοήσει, να ερμηνεύσει και να σεβαστεί την πολιτισμική πολυμορφία και την ιστορική ετερότητα, και αφετέρου να αντιληφθεί τα εσωτερικά ρήγματα και διάκενα της ίδιας της ταυτότητας, αλλά και το σύνθετο πλέγμα των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των ανθρώπινων ομάδων.[18] Μπροστά σε ένα τέτοιο αισιόδοξο ενδεχόμενο, η διανοητική προετοιμασία των παιδιών για την αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας ως κομβικής αξίας του δημοκρατικού πολιτισμού, αλλά και η κατανόηση του οργανικού συνδέσμου που υφίσταται μεταξύ επιστημονικής δεοντολογίας και φιλελεύθερης διαπαιδαγώγησης, δεν θα πρέπει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τη βιολογική, διανοητική και ψυχολογική τους ωρίμανση, που συμπίπτει με τον τερματισμό της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Θα πρέπει, αντίθετα, να εκτυλίσσεται βαθμιαία, δυναμικά και με ενιαίο σπειροειδή τρόπο από τα πρώτα κιόλας στάδια της σχολικής κοινωνικοποίησης,[19] και με τις κατάλληλες «στοχαστικές προσαρμογές», όπου αυτές κρίνονται αναγκαίες και λειτουργικές, σε συνάρτηση με τα εκάστοτε διαφορετικά περιβάλλοντα.



[1] Sylvie Mesure και Alain Renault, Alter Ego. Τα παράδοξα της δημοκρατικής ταυτότητας, εισαγωγή – επιμέλεια Βασίλης Βουτσάκης, μτφρ. Φροσύνα Στεφοπούλου, Πόλις, Αθήνα 2005, σ. 235-236.
[2] Peter Novick, That Noble Dream: The “Objectivity Question” and the American Historical Profession, Cambridge University Press, Cambridge 1988, σ. 469-471.
[3] Keith Jenkins, Επαναθεώρηση της Ιστορίας, μτφρ. Νικηφόρος Σταματάκης, Παπαζήσης, Αθήνα 2004, σ. 123 (1η άγγλ. έκδ. 1991).
[4] Στο ίδιο, σ. 124.
[5] Τέρυ Ήγκλετον, Η έννοια της κουλτούρας, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης, επιμέλεια Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, εισαγωγή Δημήτρης Τζιόβας, Πόλις, Αθήνα 2003, σ. 105.
[6] S. Mesure και A. Renault, Alter Ego, σ. 247.
[7] Α. Λιάκος, «Ο Ιανός του Βατικανού», Το Βήμα, 10 Απριλίου 2005, 77 / Α45.
[8] Mark Poster, Cultural History and Postmodernity. Disciplinary Readings and Challenges, Columbia University Press, New York 1997, σ. 52, όπως παρατίθεται στο Γιώργος Κόκκινος, Επιστήμη, ιδεολογία, ταυτότητα. Το μάθημα της Ιστορίας στον αστερισμό της υπερεθνικότητας και της παγκοσμιοποίησης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2003, σ. 121.
[9] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Θεμέλιο, Αθήνα 1991˙ Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Θεμέλιο, Αθήνα 1992.
[10] Susan Buck-Morss, Πέρα από τον τρόμο. Ισλάμ, Κριτική Θεωρία και Αριστερά, μτφρ. Φώτης Τερζάκης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2005, σ. 44-45.
[11] Στους παράγοντες αυτούς, και για την Ευρώπη ειδικά στον πρόσθετο παράγοντα της εκχώρησης αρμοδιοτήτων από το κυρίαρχο εθνικό κράτος σε υπερεθνικούς θεσμούς και διεθνείς οργανισμούς,   ανάγει ο Αντώνης Λιάκος, Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο;, ό.π., σ. 152-153, τη δυναμική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και της αγοράς – πολιτιστικής βιομηχανίας στη διαδικασία ιδεολογικής αναπαραγωγής με προνομιακό δίαυλο την ιστορία μετά την κατάργηση του ιδεολογικού μονοπωλίου του κράτους. 
[12] Έχω τη γνώμη ότι επιβάλλεται στο σημείο αυτό να γίνουν ορισμένες αναγκαίες διευκρινίσεις για το περιεχόμενο του όρου «δημόσια ιστορία» (public history). Συνήθως ο όρος σηματοδοτεί την απεξάρτηση του ενδιαφέροντος για την ιστορία από την ακαδημαϊκή ιστοριογραφία και κατά συνέπεια δηλώνει τη δημόσια διαβούλευση για ιστορικά θέματα, γεγονότα και προβλήματα. Το γεγονός αυτό συναρτάται με τον γενικότερο εκδημοκρατισμό της ιστορικής κουλτούρας, τη μεταβατικότητα της εποχής μας, που δημιουργεί αβεβαιότητα για το μέλλον και νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά και με τις καινοτομίες της σύγχρονης ιστορικής έρευνας και γραφής. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι γενεσιουργές αιτίες της δημόσιας ιστορίας είναι πολυπλοκότερες. Η δημόσια ιστορία ως επαγγελματική ενασχόληση έκανε την εμφάνισή της στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και του 1970 όταν, όπως επεσήμανε ο Peter Novick, άρχισε να παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις η ανεργία νέων ιστορικών με ακαδημαϊκές περγαμηνές, λόγω της έλλειψης πιστώσεων που καθιστούσε σχεδόν αδύνατη την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Οι «δημόσιοι ιστορικοί», που συγκρότησαν ακόμα και ιδιωτικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών στις Η.Π.Α., όπως η History Associates Incorporated  (www.historyassociates.com), διεκδίκησαν όχι μόνο τις παραδοσιακές λειτουργίες του επαγγέλματος του ιστορικού, αλλά και προέβαλαν νέες, στις οποίες περιλαμβάνονται η διάσωση της τοπικής ιστορικής μνήμης, η συμβουλευτική γνωμοδότηση στο πλαίσιο δικαστικών διαμαχών, η πραγματογνωμοσύνη για κοινοτικές υποθέσεις (όπως λόγου χάριν η τεκμηρίωση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των ινδιάνικων φυλών στις Η.Π.Α.), η συγγραφή της βιογραφίας ατόμων ή της ιστορίας οικογενειών, τοπικών κοινοτήτων και επιχειρήσεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, είναι έκδηλη η εργαλειοποίηση της ιστορίας και η μετάλλαξή της σε διαφημιστικό προϊόν ή σε όργανο νομιμοποίησης επιχειρηματικών επιλογών, ακόμα και όταν η ιστορική τεκμηρίωση και ανάλυση, που προκύπτουν από την αρχειακή έρευνα, συμβάλλουν στον γενικότερο εμπλουτισμό των ιστορικών γνώσεων και στην ανάδειξη και επεξεργασία νέων ή λανθανουσών ιστορικών πηγών. Γενικότερα, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι πίσω από τη διαμόρφωση της δημόσιας ιστορίας κρύβεται μια τάση «κοινωνικής ζήτησης ιστορίας», ένα αίτημα συγκινησιακής και ιδιωτικής αναβίωσης του παρελθόντος, αλλά και πρακτικής επίσης χρησιμότητας της γνώσης μας για το παρελθόν. Η δημόσια ιστορία οικοδομήθηκε στα πρώτα της στάδια πάνω στο επιστημολογικό υπόβαθρο του θετικισμού και λειτουργεί έκτοτε ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο και τον κόσμο της ιστορικής επιστήμης. Για το λόγο αυτό απαιτεί νέες επικοινωνιακές δεξιότητες, οι οποίες διευκολύνουν τόσο την ευρεία διάχυση της ιστορικής γνώσης και τη δημιουργία περιβαλλόντων εξοικείωσης μαζί της όσο και την εμψύχωση-αναβίωση ιστορικών δρωμένων σε αναφορά με εξειδικευμένα κοινά καταναλωτών (π.χ. μουσεία, εταιρείες τοπικής ιστορίας, κ.λπ.). Αξίζει, τέλος, να υπογραμμιστεί ότι η δημόσια ιστορία έχει αποκτήσει ήδη θεσμικό ρόλο, όπως αποδεικνύει η ίδρυση του National Council on Public History, και έχει ενσωματωθεί ως ιδιαίτερο γνωστικό αντικείμενο στα προγράμματα σπουδών ορισμένων πανεπιστημιακών τμημάτων στις Η.Π.Α. Βλέπε ενδεικτικά http://publichistory.org. Για τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με τις σοβούσες διαμάχες για τη συλλογική μνήμη και την απόδοση ευθυνών για τραυματικά ή επίμαχα γεγονότα του παρελθόντος, μπορεί κάποιος να ανατρέξει μεταξύ άλλων στο βιβλίο του Olivier Dumoulin, Le role social de lhistorien. De la chaire au pretoire, Albin Michel, Paris 2003, σ. 91-106. Στη μικρή σχετική ελληνική βιβλιογραφία εμφανίστηκε πρόσφατα το σύντομο εισαγωγικό κείμενο της Έφης Γαζή, «Δημόσια Ιστορία», Ο Πολίτης 130 (Φεβρουάριος 2005), σ. 27-29. Στο κείμενο αυτό η Γαζή αρνείται την εγκυρότητα της ριζικής διάκρισης μεταξύ επιστημονικής και δημόσιας ιστορίας με το επιχείρημα ότι και οι δύο αυτές εκδοχές ιστορικού λόγου εμπεριέχουν τόσο γνωσιακές όσο και αξιολογικές λειτουργίες. Η άρθρογράφος συνδέει κατ’ αποκλειστικότητα τη δημόσια ιστορία με την έκρηξη του ενδιαφέροντος για την ιστορία, η οποία, κατά τη γνώμη της, εξαρτάται από τη δυναμική εμφάνιση της ψηφιακής κουλτούρας στο πεδίο της ιστορίας, όπως επίσης από την ανάδειξη νέων συλλογικοτήτων, οι οποίες με τη σειρά τους ανάγονται στο γενεσιουργό παράγοντα της παγκοσμιοποίησης, όπως επίσης στα μεταναστευτικά ρεύματα και στις νέες πραγματικότητες που δημιούργησε η πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Για τη Γαζή, «βασικός στόχος [της δημόσιας ιστορίας] δεν είναι αποκλειστικά η προσέγγιση και η ανάλυση των διάφορων μορφών της ιστορικής κουλτούρας, αλλά και η διακίνηση ιστορικής γνώσης προς, και κυρίως, μαζί με ευρύτερα ακροατήρια μέσα σε νέα ερευνητικά και εργασιακά περιβάλλοντα που περιλαμβάνουν μουσειακούς χώρους [δικτυακούς τόπους], τηλεοπτικές εκπομπές, κινηματογραφικές αίθουσες. Η “δημόσια ιστορία” αποτελεί ένα είδος γέφυρας μεταξύ της επιστημονικά συγκροτημένης ιστορικής γνώσης και της βιωμένης εμπειρίας των κοινωνικών υποκειμένων αξιοποιώντας και τις δυνατότητες που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες».      
[13] Η βιομηχανία της ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς δρα παραπληρωματικά ως προς τη δημόσια ιστορία, υπακούοντας σχεδόν αποκλειστικά στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης και στη λογική του κέρδους και όχι στις αρχές και τις μεθοδολογικές πρακτικές της επιστημονικής ιστοριογραφίας. Σύμφωνα με τις απόψεις του David Lowenthal, The Past is a Foreign Country, Cambridge University Press, Cambridge 1985, γενικότερα η πρόσβαση στην ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά, με την τελευταία να ταυτίζεται συχνά με το ιστορικό περιβάλλον, πραγματοποιείται με τρεις διαύλους: α) την ιστορική μνήμη, η οποία είναι εξ ορισμού συλλογικά επικαθορισμένη και προσφέρει το αίσθημα του συνανήκειν, της αλληλεγγύης, της συμμετοχής και της υπερηφάνειας, β) την επιστήμη της ιστορίας και γ) τα ίδια τα ιστορικά κατάλοιπα (μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι, τόποι όπου διαδραματίστηκαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα, πρωτογενείς ιστορικές πηγές, φωτογραφικό υλικό και παντοειδείς μαρτυρίες, κ.ά.), των οποίων η βασική λειτουργία συνίσταται στη συγκινησιακή φόρτιση που προξενεί η αναφορά στο παρελθόν και η συνειδητοποίηση της σχέσης παρόντος – παρελθόντος. Η τριχοτόμηση αυτή δείχνει ότι η ιστορική επιστήμη δεν έχει πλέον –εάν βεβαίως το είχε ποτέ– το μονοπώλιο στα ζητήματα διαχείρισης της ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς και γενικότερα της νοηματοδότησης του παρελθόντος. Κάτι που οι ιστορικοί οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη.
[14] Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μόνο πρόβλημα συμβατότητας και αμοιβαίας «μετάφρασης» των κωδίκων των επαγγελματιών ιστορικών, αλλά, επιπλέον –και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι σημαντικότερο– υπάρχει χάσμα επικοινωνίας και κατανόησης μεταξύ επαγγελματιών ιστορικών και κοινού. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την εντεινόμενη εργαλειακή ή παραμυθιακή χρήση της ιστορικής μνήμης από άτομα και ομάδες, που συνοδεύεται συχνά και από άγνοια των δεοντολογικών κανόνων της ιστορικής έρευνας, αυξάνει την αναντιστοιχία μεταξύ της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας και της διαχείρισης του παρελθόντος από τους ποικίλους φορείς που συγκροτούν την κοινωνία των πολιτών. 
[15] Παντελής Λέκκας, «Ο πόλεμος στη νεωτερικότητα και οι μύθοι της νεοτερικής ιδεολογίας», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 24 (Νοέμβριος 2004), 77.
[16] Peter Weinreich, «The Operationalisation of Identity Theory in Racial and Ethnic Relations», στο John Rex και David Mason (επιμ.), Theories of Race and Ethnic Relations, Cambridge University Press 1992, σ. 312.
[17] Kwame Anthony Appiah, «Liberal Education: The United States Example», στο Kevin McDonough και Walter Feinberg (επιμ.), Education and Citizenship in Liberal-Democratic Societies. Teaching for Cosmopolitan Values and Collective Identities, Oxford University Press, New York 2003, σ. 71. Ο Appiah σταδιοδρόμησε ως καθηγητής Αφροαμερικανικών Σπουδών και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Harvard.
[18] Σε παρόμοιες θέσεις καταλήγει και η προβληματική του Appiah, «Liberal Education», σ. 72. Ωστόσο, ο Appiah θεωρεί αναγκαία τόσο τη διακριτική παρέμβαση των γονέων, όταν η κουλτούρα που διαμορφώνει το σχολείο αντιβαίνει στις πεποιθήσεις της οικογένειας, όσο και την αρμοδιότητα και ευθύνη του σχολείου στη γνωριμία των μαθητών με την ετερότητα.
[19] Τον κίνδυνο να μην καταστεί ποτέ η ιστορική αλήθεια (με την επιστημονική της βεβαίως έννοια) προσβάσιμη στα παιδιά στα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης επισημαίνει ο Appiah, ό.π., σ. 69.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου